Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν σε κάποια θεωρία συνωμοσίας. Μπορεί να διαφοροποιείται η έκταση ή η ποιότητα αυτού του «πιστεύω» αλλά σχεδόν όλοι απολαμβάνουν τουλάχιστον μια τέτοια πεποίθηση. Ισως ο σύγχρονος άνθρωπος μπροστά στην πολυπλοκότητα και τυχαιότητα της σύγχρονης ζωής ανακουφίζεται από τη σκέψη ότι κάποιος κάθεται στο τιμόνι, έστω με κακούς σκοπούς.
Με τον τωρινό πρόεδρο των ΗΠΑ συμβαίνει το ακριβώς ανάποδο. Υπάρχει μια διαρκής και επίμονη προσπάθεια να περιγραφεί σαν ηλίθιος, ανοϊκός, αφελής, αγράμματος, ανίκανος. Σαν η ανακούφιση να προέρχεται από την άρνηση του γεγονότος ότι ο Τραμπ ξέρει πολύ καλά τι κάνει. Οι Δημοκρατικοί αρνούνται να δεχτούν ότι ο Τραμπ δεν εκφράζει απλώς ένα περιθωριακό και αγράμματο κομμάτι της κοινωνίας τους, αλλά μια συλλογική φαντασίωση απόλυτης δύναμης που περιλαμβάνει και τους ίδιους.
Οταν ο πρωθυπουργός μιας αδύναμης χώρας όπως η Ελλάδα δεν μιλάει καλά αγγλικά, αμέσως λοιδορείται και χλευάζεται. Οσο όμως ανεβαίνει η θέση μιας χώρας στην παγκόσμια κατάταξη ισχύος, τότε η άρνηση να μιλήσει κανείς μια άλλη γλώσσα είναι ένδειξη δύναμης. Στην κορυφή της τροφικής αλυσίδας όταν ο πρόεδρος της Αμερικής λέει πως σταμάτησε τον πόλεμο ανάμεσα στο «Αμπερμπαϊτζάν» και την Αλβανία αντί για Αζερμπαϊτζάν και Αρμενία, αμέσως δίνει ένα στίγμα ισχύος. Δεν τον νοιάζει καν να μάθει τα ονόματα των πιονιών στο γεωπολιτικό παιχνίδι.
Σε αυτό το παιχνίδι οι ΗΠΑ μέσω του τωρινού προέδρου τους δηλώνουν ανοιχτά στον κόσμο πως βγάζουν τα γάντια και αποφασίζουν να συμπεριφερθούν ως η πιο ισχυρή χώρα στον κόσμο που δεν έχει να φοβηθεί κανέναν. Οποιος νομίζει ότι οι ψηφοφόροι των Δημοκρατικών δεν απολαμβάνουν κρυφά το να βλέπουν τη χώρα τους να συμπεριφέρεται ως το νούμερο ένα, όπως ακούν από παιδιά ότι είναι, είναι βαθιά γελασμένος. Οταν ο Τραμπ μίλησε για δασμούς, όλοι εξεγέρθηκαν. Τώρα που βλέπουν τις άλλες χώρες να αντιδρούν με υποτέλεια, σιωπούν.
Ο αμερικανικός εξαιρετικισμός, η εμμονή με τα ζητήματα φυλής, η βαθιά αυθεντική υποτίμηση ακόμα και των προοδευτικών Αμερικανών για τον τρόπο ζωής των άλλων πολιτισμών, οι οποίοι αντιμετωπίζονται στην καλύτερη περίπτωση ως χαριτωμένο φολκλόρ απλοϊκής σοφίας, βρίσκουν εκπρόσωπο στο πρόσωπο του Τραμπ. Στην κοινωνία των ΗΠΑ υπάρχει η άρνηση των εγκλημάτων πολέμου που έχει διαπράξει η χώρα τους, η φετιχοποίηση του στρατού και φαινόμενα -όπως η ανάκρουση του εθνικού ύμνου ακόμα και πριν από κάθε απλό αθλητικό γεγονός- που συναντά κανείς μόνο σε εθνικιστικά καθεστώτα.
Κινητοποιώντας την εθνοφυλακή μέσα στην ίδια του τη χώρα ξεκαθαρίζει πως αν θέλει μπορεί να γίνει μονάρχης. Δηλώνει πως θέλει να ενσωματώσει τον Καναδά και να του παραχωρηθεί η Γριλανδία. Οι Δημοκρατικοί γνωρίζουν πως μια τέτοια επίδειξη απενοχοποιημένης ισχύος καταγοητεύει τον μέσο συμπολίτη τους και αδυνατούν να εκφέρουν επαρκή αντίλογο. Ετσι επικεντρώνουν τα βέλη τους σε πιθανά σεξουαλικά σκάνδαλα στα οποία ελπίζουν ότι θα είναι μπλεγμένος χωρίς ουσιαστικό πολιτικό αποτέλεσμα.
Ο Τραμπ δεν επιβλήθηκε. Ο Τραμπ εφευρέθηκε από τους Αμερικανούς για να δώσει φωνή στις μύχιες σκέψεις και επιθυμίες τους. Μπορεί να πει τις απαγορευμένες λέξεις και αυτό είναι που τον κάνει τόσο ισχυρό. Αυτό που πρεσβεύει δεν θα φύγει με τη λήξη της θητείας του. Ο Τραμπ είναι οι ΗΠΑ.
*Ψυχίατρος, θεατρικός συγγραφέας
-980x552.png)