ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μαρία Μαθιουδάκη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τον σέβομαι τον χρόνο. Του φτιάχνω λίστες, προγράμματα, ημερολόγια. Κι όμως, κάθε στιγμή που σκύβω να τον βάλω σε τάξη, εκείνος ξεγλιστράει σαν άμμος μέσα απ’ τα δάχτυλά μου. Ζω μαζί του, και ταυτόχρονα έξω απ’ αυτόν. Είμαι θνητή, μα βαθιά μέσα μου νιώθω αθάνατη.

Το παρελθόν με βαραίνει. Το σπατάλησα, το σκόρπισα, κι όμως, αυτό με σμίλευσε. Αν δεν είχα δακρύσει, δεν θα χαμογελούσα τώρα έτσι. Αν δεν είχα σωπάσει, δεν θα έγραφα με τούτη τη λαχτάρα. Το παρόν με ζαλίζει. Το αύριο με φοβίζει και το περιφρονώ. Μα ξέρω: ό,τι έγινα το κατάφερα μόνο περπατώντας μέσα στο τώρα.

Μια μέρα, σε μια ουρά του ΙΚΑ, είδα τον χρόνο να παίρνει σάρκα και οστά. Οι άνθρωποι όλοι γεμάτη αγανάκτηση. Τα χαρτάκια με τους αριθμούς τσακίζονταν μέσα στα χέρια τους και οι οθόνες φωτίζονταν γεμάτες αναμονή. Δίπλα μου στεκόταν ένας γλυκός παππούς. Κρατούσε σφιχτά έναν φάκελο, φθαρμένο από χιλιάδες χέρια που τον κράτησαν πριν από εκείνον. Κάθε τόσο, έβγαζε το ρολόι απ’ την τσέπη, το κοίταζε και το ξανάβαζε μέσα. Λες κι ήθελε να σιγουρευτεί πως ο χρόνος υπάρχει ακόμα, πως προχωράει. Λες κι αν σταματούσε το ρολόι, θα παγιδευόμασταν όλοι εκεί, για πάντα, σε μια αίθουσα αναμονής.

Οταν ήρθε η σειρά του, χαμογέλασε στην υπάλληλο. Εμείς, οι νεότεροι, βράζαμε από ανυπομονησία. Εκείνος μόνο χαμογέλασε. Κι ένιωσα να με διαπερνά σαν κεραυνός αυτή η γαλήνη. Ο χρόνος δεν είναι οι ώρες που χάνονται στην ουρά. Είναι ο τρόπος που επιλέγουμε να ζούμε όταν βρισκόμαστε εντός της.

Τότε κατάλαβα: η Ελλάδα ολόκληρη στέκεται σε μια τέτοια ουρά. Περιμένει να πάρει τη σειρά της για δικαιοσύνη, για ψωμί, για μια ανάσα αξιοπρέπειας. Κι ο κόσμος όλος, με πολέμους, με κυβερνήσεις που υπόσχονται και ξεχνούν, μοιάζει με έναν φωτεινό πίνακα που αναβοσβήνει αριθμούς κι εμείς κοιτάμε, περιμένοντας.

Μα ο χρόνος δεν περιμένει. Προχωράει. Και μας ρωτάει αμείλικτα: «Τι έγινες εσύ όσο εγώ περνούσα;» Αν δεν έχουμε απάντηση, χανόμαστε. Αν απαντήσουμε, ακόμα κι αν δεν είναι ικανοποιητική η απάντησή μας, στεκόμαστε όρθιοι.

Είδα εκείνον τον παππού να χαμογελά κι ένιωσα ντροπή για τη δική μου βιασύνη. Ο χρόνος, σκέφτηκα, δεν μας κρίνει στα μεγάλα, αλλά στο πώς στεκόμαστε απέναντι στις μικρές και ασήμαντες αναμονές. Εκεί που όλοι βρίζουν και αγανακτούν, να στέκεσαι με ψυχή ατάραχη, να μη χαρίζεις στο χάος τη στιγμή σου.

Δεν χανόμαστε επειδή δεν προλαβαίνουμε το αύριο και τις προθεσμίες. Χανόμαστε κάθε φορά που αφήνουμε το σήμερα να τσακιστεί μέσα στα χέρια μας σαν το άχρηστο χαρτάκι αναμονής.