Βαρέθηκα αυτές τις μέρες να διαβάζω, από ημεδαπούς και αλλοδαπούς πολιτικούς και σχολιαστές, για το πόσο πολύ κινδυνεύει η αμερικανική δημοκρατία από τα οπλισμένα παρατράγουδα του Τραμπ. Να με συγχωρεί λοιπόν η χάρη τους, αλλά νισάφι πια: οι δημοκρατίες – και όχι μόνον αυτή των ΗΠΑ, που στο φινάλε είναι υπεύθυνες για περισσότερα πραξικοπήματα σε βάρος άλλων δημοκρατιών από οποιαδήποτε άλλη δύναμη στην παγκόσμια Ιστορία- κινδυνεύουν πρωτίστως από τη γραβατωμένη Ακροδεξιά, από τους Βορίδηδες αυτού του μάταιου κόσμου, και όχι από τους μυαλοφυγόδικους συνωμοσιολόγους των QΑnon και τους Proud Boys νεοναζί του φέισμπουκ, με τα μπιρόκοιλα και τα μπλουζάκια με στάμπες για το Αουσβιτς. Οι οποίοι, υπό «κανονικές συνθήκες» (αν δηλαδή οι 2.000 πάνοπλοι αστυνομικοί του Καπιτωλίου και οι χιλιάδες Εθνοφρουροί με τα αυτόματα M-16 έδερναν και ψέκαζαν προληπτικά όποιον πλησίαζε καν την περίμετρο του κτιρίου, όπως έκαναν τον Ιούνιο κατά των μαύρων, των αριστερών και των λοιπών αλληλέγγυων του κινήματος Black Lives Matter) θα είχαν γεμίσει τα κρατητήρια και τα ψυχιατρεία, για να μην πω και τα… νεκροτομεία της Washington DC.
Οι δημοκρατίες κινδυνεύουν, αν προτιμάτε, από την ευκολία με την οποία τα οργανωμένα και διαπλεκόμενα με το μεγάλο κεφάλαιο συστήματα εξουσίας –στην περίπτωση μας το βαθιά διαβρωμένο εδώ και δεκαετίες Ρεπουμπλικανικό Κόμμα – ποντάρουν ολοένα και περισσότερο τα ρέστα τους σε δημοφιλείς φασίστες σαν τον Τραμπ, προσαρμόζοντας την προεκλογική ατζέντα τους στα πιο ακροδεξιά μονοπάτια, προκειμένου να συσπειρώσουν τα απογοητευμένα τμήματα της παραδοσιακής βάσης τους που εδώ και χρόνια νιώθουν προδομένα από την πορεία της παγκοσμιοποίησης και τους γυρίζουν συστηματικά την πλάτη.
Οι Ρεπουμπλικάνοι, που τώρα σχίζουν τα ιμάτια τους για τους «εγχώριους τρομοκράτες» που μπούκαραν στον… ναό της δημοκρατίας και απειλούν τον Τραμπ με fast-track παραπομπή και αποπομπή, ξεκίνησαν την ιστορία αυτή πριν από τουλάχιστον δεκαπέντε χρόνια, με την ενσωμάτωση των original ψεκασμένων ακροδεξιών του «Κόμματος του Τσαγιού» και των πολιτικών ηγετών «από τη βάση» τύπου Σάρα Πέιλιν, και ξαναήρθαν το 2017 στην εξουσία χάρη στη χοντρή παραμύθα του πορτοκαλί μεγιστάνα που έταξε τα πάντα στους πάντες. Ο οποίος, φυσικά, εξελέγη υποσχόμενος στα μιλιούνια των απογοητευμένων ότι θα «στραγγίξει τον Βάλτο», όπως αποκαλούσε το Κογκρέσο, και αγκαλιάζοντας τις πιο απίθανες θεωρίες συνωμοσίας για να δαιμονοποιήσει τους αντιπάλους του: αλλά οι σημερινοί θιγόμενοι δεν έβγαζαν κιχ, όταν ο Τραμπ χάιδευε τ’ αυτιά των παλαβών.
Αλλά και αφού έγινε πρόεδρος, εκμεταλλευόμενος την απέχθεια εκατομμυρίων Αμερικανών για τη Χίλαρι Κλίντον, μια χαρά συνέχισαν τα κομματικά στελέχη και οι λομπίστες (δύο επαγγελματικές κατηγορίες που εδώ και χρόνια έχουν συγχωνευτεί) τις business as usual, προωθώντας τις αντιδραστικές και βαθιά ταξικές ατζέντες τους, την ίδια στιγμή που ο «αντισυστημικός» εκλεκτός τους έριχνε κυριολεκτικά κάθε μέρα λάδι στη φωτιά του εθνικού διχασμού, κατέστρεφε μονομερώς προαιώνιες διεθνείς συμμαχίες με φίλια κράτη, εγκατέλειπε «νύχτα» κρίσιμες Συνθήκες και υπερεθνικούς οργανισμούς και γενικώς έβαζε τα επιχειρηματικά συμφέροντα της οικογενείας και των σπονσόρων του πάνω από τις προτεραιότητες των ΗΠΑ. Ακόμη και οι αλλοπρόσαλλοι -κυριολεκτικά δολοφονικοί- χειρισμοί του Τραμπ απέναντι στην πανδημία, με τους κοντά 400.000 νεκρούς -εφτά φορές περισσότεροι, δηλαδή, από τις συνολικές απώλειες στον δεκαετή πόλεμο του Βιετνάμ!-, δεν στάθηκαν ικανοί για να διεγείρουν τα ανύπαρκτα δημοκρατικά ανακλαστικά της βαθιά διπρόσωπης και διαβρωμένης αμερικανικής Δεξιάς. Μέχρι και την τελευταία στιγμή απέφευγαν να απομονώσουν τον επικίνδυνο ηγέτη τους και να διαψεύσουν τα αισχρά του ψεύδη για την δήθεν «νοθεία» στις εκλογές του Νοέμβρη.
Πότε… ξύπνησαν οι Αμερικανοί εθνοπατέρες; Οταν ο Τραμπ, που είχε πειστεί από τους παρατρεχάμενους ότι θα κέρδιζε στα χαρτιά ό,τι έχασε στις κάλπες, συνειδητοποίησε ότι όλα είχαν τελειώσει και ανακατηύθυνε την οργή του ψεκασμένου πλήθους από τους κομμουνιστές Δημοκρατικούς στους προδότες Ρεπουμπλικάνους και ιδιαίτερα στο πρώην «νούμερο 2» του, τον αντιπρόεδρο Πενς. Ο οποίος, ως γνωστόν, αρνήθηκε μέχρι την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή να αντιπαρατεθεί με τον μεγιστάνα, ευελπιστώντας πως αν έπαιζε σωστά το παιχνίδι του θα «κληρονομούσε» τις τραμπικές ψήφους και θα επανερχόταν ως υποψήφιος πρόεδρος το 2024. Και μόνον όταν έφτασε ο κόμπος στο χτένι, δηλαδή στη Γερουσία, στην οποία εξ οφίτσιο προεδρεύει, βγήκε ο Πενς και είπε ότι ο ρόλος του είναι «διακοσμητικός» και ότι δεν μπορεί να πάει κόντρα στη λαϊκή ετυμηγορία. Γι’ αυτό τον ψάχνανε να τον λιντσάρουν την Τετάρτη στη μεγάλη αίθουσα τα «Περήφανα Αγόρια»…
Τέλος πάντων, η εισβολή στο Καπιτώλιο είναι, πιστεύω, η τελευταία πράξη στο σουρεαλιστικό (μέχρι θανάτου) κεφάλαιο Τραμπ, αλλά όχι και στη ραγδαία αποσύνθεση της αμερικανικής δημοκρατίας. Οι Ρεπουμπλικάνοι έκαναν ένα φαουστικό ντιλ με τον Διάβολο το 2016 και σήμερα το πληρώνουν χάνοντας τα πάντα – ο Τραμπ είναι ο πρώτος πρόεδρος που χάνει ταυτόχρονα Προεδρία, Κογκρέσο και Γερουσία από τον καιρό του Χέρμπερτ Χούβερ, του ανθρώπου που ευθύνεται για το Μεγάλο Κραχ του 1929!
Αλλά δυστυχώς και οι Δημοκρατικοί, που τώρα εμφανίζονται ως οι αρχιερείς της δημοκρατικής ανάνηψης, έχουν κάνει τα δικά τους ντιλ με τον Διάβολο, τόσο με την επιλογή του γηραιού και πολλαπλά ευάλωτου Μπάιντεν (ο οποίος ως μέλος, αλλά και πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Υποθέσεων της Γερουσίας επί σχεδόν τριάντα χρόνια έχει αναμειχθεί σε πολύ περισσότερα πραξικοπήματα και ιμπεριαλιστικούς πολέμους από τον… ερασιτέχνη Τραμπ), όσο και με τις άκρως συντηρητικές και διαπλεκόμενες επιλογές του για τα κομβικά κυβερνητικά πόστα, που δικαίως έχουν εξοργίσει την «αριστερή» ή -τέλος πάντων- σοσιαλδημοκρατική, με τα ευρωπαϊκά δεδομένα, πτέρυγα του κόμματος.
