Την είδα από μακριά να ανεβαίνει τον αγροτικό δρόμο με δυσκολία· με μικρά βήματα, σκυφτή, και στην πλάτη της ένα μικρό σακί.
Στο πλάι, αριστερά-δεξιά, πηδούσε παιχνιδίζοντας ένας μικρός σκύλος, η συντροφιά της.
Ακινητοποιήθηκα, έμεινα ενεός. Σταμάτησε ο χρόνος στο μυαλό μου.
Εκεί σε μια μικρή απόληξη των βουνών, όπου σμίγουν οι ελαιώνες της νότιας Λέσβου, λίγο πριν ο δρόμος σε βγάλει στη θάλασσα, παρουσιάστηκε μια σκηνή του περασμένου αιώνα.
Λες και βγήκε από διήγημα του κυρ Αλέξανδρου ή από φωτογραφία του Μπαλάφα.
Μαζί πέρασαν από τον φακό των ματιών μου η σταχομαζώχτρα κι η γυναίκα φορτωμένη με ξύλα.
Αναπαράσταση σκηνών του παρελθόντος στον εικοστό πρώτο αιώνα, όχι για κάποιο λόγο, αλλά από την ίδια την ανάγκη της ζωής.
Τις τελευταίες σκόρπιες ελιές είχε στο μικρό σακί η αγρότισσα του δρόμου. Μάζεψε ό,τι σκόρπισε μακριά το ράβδισμα των ελιών, είχε μεταφέρει το νερό στις συρμές του δρόμου, στις γούβες, και κάτω από τους θάμνους. Εκανε «μπασιάκ» λένε στην αγροτική γλώσσα της ελαιοσυλλογής. Δηλαδή μάζεψε τις ελιές που έμειναν μετά την ελαιοσυγκομιδή.
Η λιομαζώχτρα ανεβαίνει με το μικρό σακί της. «Εχω λίγες ακόμα πίσω», σου λέει.
Γι’ αυτή, την αφέντρα του μικρού κάμπου, ποιος θα μιλήσει;
Ποιος θα την ακούσει για να του πει το τραγούδι της ελιάς· για το κάμα του καλοκαιριού, την παγωνιά του χειμώνα· όταν τριζοβολάνε οι σκληροί κορμοί των λιόδεντρων, ανεμίζονται και θροΐζουν τα κλαριά, ανθίζουν οι βλαστοί, πέφτουν οι χαμάδες στη γης.
Πώς από ένα βεργί, αλίμονο, γίνηκε κορμός εκατοχρονίτικος.
Αυτή κι ο ραβδιστής άντρας γέμισαν τα κιούπια, τις δεξαμενές, τα βυτία με λάδι μυρωδάτο.
Για να ’ρθουν στο κατόπι οι έμποροι διακινητές λαδιού και να το κάνουν πλούτο.
Μαζί με το μάζεμα των τελευταίων ελιών ανεβαίνει κι ο ήλιος της άνοιξης.
Σταματούν ένα ένα τα λιοτρίβια τη λειτουργία τους. Το μικρό σακί μπαίνει στην αποθήκη.
Στον κύκλο του χρόνου και της ζωής θα συνεχίσουν να διαβαίνουν οι κάθε λογής μαζώχτρες και ξωμάχοι.
Μαζεύουν τον καρπό των εκατομμυρίων λιόδεντρων.
Κι όσο κι αν τα μηχανήματα αντικαθιστούν τον άνθρωπο, διευκολύνουν το μάζεμα των ελιών, στη στροφή του χρόνου θα ανηφορίζουν αφέντρες του κάμπου με μικρά σακιά γιομάτα κόπους ζωής κι αγώνα καθημερινό.
Τέτοια εποχή κάθε χρόνο θα λένε: «Βγάλαμε τη σοδειά μας και για φέτος. Καλοξόδευτο το φρέσκο λάδι»!
*συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
