Το άρθρο 57 του Συντάγματος καθιερώνει τα λεγόμενα βουλευτικά ασυμβίβαστα. Πρόκειται για μία λίστα με έργα που οι βουλευτές δεν επιτρέπεται να ασκούν και ιδιότητες που δεν επιτρέπεται να κατέχουν.
Αν κάποιος που ασκεί ασυμβίβαστο έργο ή κατέχει ασυμβίβαστη ιδιότητα εκλεγεί βουλευτής, οφείλει εντός οκτώ ημερών από την εκλογή του να πάψει να ασκεί το έργο ή να κατέχει την ιδιότητα, διαφορετικά οφείλει να παραιτηθεί από βουλευτής.
Αν δεν κάνει ούτε το ένα ούτε το άλλο, τότε κάθε εκλογέας έχει τη δυνατότητα να προσφύγει στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο (ΑΕΔ) και να ζητήσει την έκπτωσή του από το βουλευτικό αξίωμα.
Τα βουλευτικά ασυμβίβαστα συνιστούν περιορισμό του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, δηλαδή παρέκκλιση από την αρχή της πολιτικής ισότητας, που εγγυάται σε κάθε πολίτη ίσο δικαίωμα συμμετοχής στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας, άρα και κατάληψης δημόσιων θέσεων. Γι’ αυτό τον λόγο, όπως κάθε πρωτοετής φοιτητής Νομικής ή Πολιτικών Επιστημών γνωρίζει, τα ασυμβίβαστα ερμηνεύονται στενά.
Μόνο τότε εκπίπτει βουλευτής, όταν το έργο που ασκεί ή η ιδιότητα που κατέχει εμπίπτουν χωρίς αμφιβολία στη λίστα του άρθρου 57. Σε περίπτωση αμφιβολίας, τα ασυμβίβαστα ερμηνεύονται υπό το φως της δημοκρατικής και της αντιπροσωπευτικής αρχής, δηλαδή υπέρ του δικαιώματος του βουλευτή να αντιπροσωπεύει το έθνος και των εκλογέων να αντιπροσωπεύονται από αυτόν.
Το άρθρο 57 λέει ότι τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου επιχείρησης που παρέχει υπηρεσίες προς το Δημόσιο ή νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα. Παροχή «προς» το Δημόσιο, σημαίνει ότι αυτό είναι ο λήπτης των υπηρεσιών.
Εδώ εμπίπτει χωρίς αμφιβολία, για παράδειγμα, η παροχή υπηρεσιών καθαριότητας των κτιρίων ή φύλαξης των εγκαταστάσεων ενός υπουργείου ή ενός νομικού προσώπου.
Αντιθέτως, είναι μάλλον βέβαιο ότι δεν εμπίπτουν εδώ οι υπηρεσίες υγείας που παρέχονται στους ασφαλισμένους από συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ ή άλλον ασφαλιστικό οργανισμό γιατρούς ή ιατρικές ή διαγνωστικές εταιρείες. Είναι προφανές ότι οι υπηρεσίες αυτές δεν παρέχονται «προς» τον ΕΟΠΥΥ.
Πραγματικός, και μοναδικός, λήπτης των υπηρεσιών είναι οι ασφαλισμένοι, και ο ΕΟΠΥΥ απλώς διαμεσολαβεί για την παροχή τους. Ακόμη όμως κι αν όλα αυτά τα προφανή δεν θεωρηθούν βέβαια, ακόμα κι αν διατηρούμε αμφιβολίες, και πάλι, εν όψει της στενής ερμηνείας των ασυμβιβάστων («εν αμφιβολία υπέρ του βουλευτή»), το συμπέρασμα παραμένει το ίδιο: η ιδιότητα του εταίρου συμβεβλημένης με τον ΕΟΠΥΥ εταιρείας που παρέχει υπηρεσίες υγείας σε ασφαλισμένους δεν εμπίπτει στα ασυμβίβαστα του άρθρου 57.
Η αντίθετη γνώμη που έχει μέρος του μιντιακού και του πολιτικού συστήματος είναι βεβαίως σεβαστή. Η «δημιουργική» ερμηνεία που ξεχειλώνει το νόημα των συνταγματικών διατάξεων, προκειμένου να εξυπηρετηθούν πολιτικές σκοπιμότητες, ούτε πρωτόγνωρη είναι ούτε, καταρχήν, αξιοκατάκριτη. Ειδικά όμως στο θέμα που δημιουργήθηκε με την υπουργό Διοικητικής Ανασυγκρότησης υπάρχει μια κρίσιμη διαφορά.
Στην κ. Γεροβασίλη δεν αποδίδεται ότι κατέχει σήμερα μιαν ασυμβίβαστη ιδιότητα. Αν ήταν έτσι, θα αρκούσε η αίτηση ενός εκλογέα στο ΑΕΔ, προκειμένου να κριθεί δεσμευτικά αν η επίμαχη ιδιότητα εμπίπτει ή δεν εμπίπτει στα ασυμβίβαστα.
Η υπουργός εγκαλείται για το ότι κατείχε στο παρελθόν, μεταξύ 2012 και 2015, ασυμβίβαστη ιδιότητα –από την οποίαν, ωστόσο, έχει παραιτηθεί εδώ και δύο χρόνια. Νομικά και δικονομικά, ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι πλέον δεκτικός ούτε επαλήθευσης ούτε διάψευσης. Κανείς, ούτε καν η ίδια, δεν έχει τη δυνατότητα να ζητήσει από το ΑΕΔ να κρίνει τη βασιμότητά του.
Αυτό που μένει είναι μια κατηγορία «γυμνή», που αιωρείται αναπόδεικτη σαν φάντασμα, χωρίς να μπορεί είτε να επιβεβαιωθεί είτε να θαφτεί.
Η εκ του ασφαλούς απόδοση μη επαληθεύσιμων κατηγοριών δημιουργεί ένα προηγούμενο που, αν γενικευθεί, θα έχει κόστος για τα πολιτικά ήθη. Ο οποιοσδήποτε θα μπορεί ανέξοδα να ισχυρίζεται πρακτικά οτιδήποτε για παρελθούσες ιδιότητες και δραστηριότητες βουλευτών.
Είναι βέβαιοι όσοι την υιοθετούν, τουλάχιστον από το πολιτικό προσωπικό, ότι επιθυμούν να διαμορφώσουν μια τέτοια πρακτική, δηλαδή πρακτικά να νομιμοποιήσουν τους αντιπάλους τους να κάνουν τα ίδια στο μέλλον; Μήπως, στον βωμό της αντιπολιτευτικής όξυνσης, διαπράττουν μιαν ακόμη πολιτική απρονοησία;
Οσοι θεωρούσαν -ακόμα και καλόπιστα, ας το δεχτούμε- ότι η κ. Γεροβασίλη κατείχε ασυμβίβαστη ιδιότητα, είχαν τρία ολόκληρα χρόνια μετά την εκλογή της το 2012 να προσφύγουν στο ΑΕΔ με αίτημα την έκπτωσή της. Δεν το έκαναν. Εκτοτε δεν νομιμοποιούνται, ούτε νομικά αλλά, κυρίως, ούτε πολιτικά και ηθικά, να αποδίδουν πολιτικές κατηγορίες που δεν είναι δεκτικές επαλήθευσης.
* επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στη Νομική Σχολή ΑΠΘ
