Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Προπαραμονή Πρωτοχρονιάς βράδυ, γύρω από τους δρόμους της πλατείας Συντάγματος συμβαίνει το εξής παράδοξο: οι πεζοί κινούνται πολύ πιο γρήγορα από τα αυτοκίνητα. Αν ήθελε κανείς, σε μια στιγμή εορταστικού ενθουσιασμού, θα μπορούσε να βαδίσει πάνω στους «ουρανούς» και τα καπό τους, χωρίς να χάσει την ισορροπία του.

Αναρωτιέμαι αν ένα τέτοιο μποτιλιάρισμα είχαν στο μυαλό τους δύο ξεχωριστοί συγγραφείς: ο Σάλιντζερ, που στο «Ψηλή σηκώστε στέγη, ξυλουργοί…», εγκλωβίζει τον ήρωά του στο αυτοκίνητο, με άγνωστους και φαινομενικά αταίριαστους ανθρώπους, και ο Ντελίλο στο βιβλίο του «Κοσμόπολις», όπου από τη λιμουζίνα ενός πλούσιου νεαρού χρηματιστή, κατά τη διάρκεια μιας μέρας, προσπαθώντας να πάει στην άλλη άκρη της πόλης, περνάνε όλοι οι άνθρωποι της ζωής του.

Ο Κ. δυσανασχετούσε. Υποσχέθηκε στον εαυτό του, για ακόμη μία φορά, πως δεν θα ξαναπάρει αυτοκίνητο στο κέντρο. Μπαίνοντας στη Μητροπόλεως από το Σύνταγμα, ο Κ., μέσα στο εντυπωσιακό μαύρο τζιπ του, ξεφυσάει με δυσφορία. Το τελευταίο άλμπουμ του Νικ Κέιβ παίζει και ξαναπαίζει.

Πηγαίνει προς το Θησείο, σε μια συνάντηση παλιών συμμαθητών. Κανονικά θα έπαιρνε το Μετρό, αλλά απόψε ήθελε να φαίνεται επιτυχημένος.

Στην πραγματικότητα προσπαθούσε να ξεφορτωθεί εδώ και δύο χρόνια αυτό το αυτοκίνητο. Δεν τα κατάφερε. Απομεινάρι της προηγούμενης ζωής του, αγορά μιας απερίσκεπτης στιγμής, του ‘χει μείνει τώρα αμανάτι. Ούτε τα τέλη κυκλοφορίας του δεν μπορεί να πληρώσει.

Εκεί που σκεφτόταν όλα αυτά, είδε την πρώην γυναίκα του φορτωμένη με ψώνια να περνάει δίπλα του. Της κόρναρε με το παλιό συνθηματικό, δύο κοφτές και μία παρατεταμένη. Εκείνη γύρισε με ύφος ξινισμένο. Της χαμογέλασε.

Η Α.-ας τη λέμε έτσι- κοίταξε μια φορά τον ουρανό διαμαρτυρόμενη στον Θεό για κάτι. Ανοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα στριμώχνοντας τις σακούλες στα πόδια της.

«Χρόνια πολλά», της λέει, «πήρες πολύ πράγμα!». «Ναι», λέει εκείνη, «τρέχει κάτι;». Κοιτάχτηκαν για λίγο εξερευνώντας ο ένας την κατάσταση του άλλου. «Εχει καινούργια ιστορία», σκέφτηκε ο Κ. «Πάλι με τη μάνα του θα περάσει τις γιορτές», σκέφτηκε η Α. και έδωσε τέλος στο ενοχλητικό σκάλισμα του παρελθόντος με ένα «καλά να περάσεις».

Βγήκε γρήγορα από το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο. «Ισορροπώντας όπως πάντα επιδέξια στα τακούνια και στη ζωή», διαπίστωσε φωναχτά ο Κ.

Στο διάστικτο από το ψιλόβροχο τζάμι του παρμπρίζ, ο Κ. είδε να κινείται ο μπροστινός, μα ήταν μόνο για λίγα μέτρα. Η πόρτα άνοιξε ξαφνικά και μια γνώριμη φιγούρα έσκυψε μέσα. Ηταν ο Λ., πολιτευτής στην εκλογική του περιφέρεια, με το αιώνιο διάπλατο χαμόγελο! «Βρε καλώς τον!!!», έκανε ο Κ. Μπήκε ο Λ. και στρογγυλοκάθισε.

Στα περίπου τρία λεπτά που έμεινε μαζί του, και πριν τον διώξει με τη δικαιολογία μιας άκρως επικίνδυνης και κολλητικής γρίπης που υποτίθεται πως είχε, ο Λ. είπε απνευστί όσα ήθελε να πει για το όραμα και την ελπίδα που θα φέρει στην Ελλάδα το κόμμα! «Μέρες που είναι ας μη μιλήσω», σκέφτηκε ο Κ. και αποχαιρέτησε τον πολιτευτή μ’ ένα: «Καλές γιορτές».

Λίγο πιο κάτω, κοντά στη Μητρόπολη, δύο φρικιά ζωγράφιζαν με σπρέι έναν τοίχο. Ο ένας έδειξε στον άλλον το αστραφτερό τζιπ, και σε λίγο ένα σύννεφο κόκκινης μπογιάς πέρασε πάνω από την πόρτα του συνοδηγού. Ο Κ. τούς κοίταξε ανέκφραστος να τρέχουν για να κρυφτούν. Δεν θύμωσε. Τα είχε συνηθίσει αυτά…

Κόντευε να πάει στο Μοναστηράκι όταν δυνατός ήχος από κλαρίνο έφτασε στα αυτιά του. Ανοιξε το τζάμι και ένας ηλικιωμένος Ρομά με άλλους δύο νεότερους τον πλησίασε. Επαιζε το «Στης Πάργας τον ανήφορο». Αυτό ήταν. Ούτε κατάλαβε πως έτσι ξαφνικά βούρκωσε.

Εβγαλε γρήγορα ένα πεντάευρω από την τσέπη και το ‘χωσε στη χούφτα του οργανοπαίχτη. «Α ρε πατέρα», είπε λες και ήταν εκείνος δίπλα του, στη θέση του συνοδηγού. «Αν ήσουν εδώ, σε είχα ικανό να βγεις έξω και να ρίξεις μια στροφή». Εκλεισε βιαστικά το τζάμι. Η ουρά είχε προχωρήσει αρκετά.

Οχι τόσο όμως, ώστε να φτάσει σύντομα στο ραντεβού του. Μια πινακίδα ενός γκαράζ αναβόσβηνε μπροστά του, σαν σανίδα σωτηρίας, σαν θεόσταλτο μήνυμα. «Εδώ θα κοιμηθούν οι λιμουζίνες απόψε», σκέφτηκε χαμογελώντας, και μ’ αυτόν τον τρόπο απάντησε στην επίμονη απορία του ήρωα στο «Κοσμόπολις».

Το άφησε εκεί και συνέχισε με τα πόδια. Περπατούσαν πολλοί δίπλα του και σιγά σιγά έπαψε να αισθάνεται μόνος. Παρά τις μεγάλες αντιθέσεις της, η Αθήνα τού άρεσε. Προπαραμονή Πρωτοχρονιάς, οι παλιοί του φίλοι και συμμαθητές τον περίμεναν, κι ο Κ. έτρεξε ανυπόμονος να τους συναντήσει. Αυτό το βράδυ η επιστροφή στην ηλικία της αθωότητας έμοιαζε να είναι ο ιδανικός προορισμός των χριστουγεννιάτικων διακοπών.