Η αρχική πρόταση για το σύμφωνο/ταμείο απομείωσης του χρέους ως μια λύση ταμειακής ροής (Debt redemption pact as a flow solution) προήλθε το 2010 από το Γερμανικό Συμβούλιο των Οικονομολόγων Ειδικών (German Council of Economic Experts).
H Eπιτροπή για τη Διεθνή Οικονομική Πολιτική και την Αναμόρφωση – Committee on International Economic Policy and Reform (CIERR), το 2013 στη μελέτη της με τίτλο «Επανεξέταση της κρατικής πτώχευσης» («Revising Sovereign Bankruptcy») προτείνει τη δημιουργία ενός Μακροπρόθεσμου Ευρωπαϊκού Καθεστώτος Αναδιάρθρωσης του Κρατικού Χρέους με όχημα τον ESM με αλλαγή της συνθήκης δημιουργίας του για να υποστηρίξει τον με όρους δανεισμό των κρατών–μελών από τον ESM. Αυτό που υπογραμμίζει η CIERR είναι το γεγονός ότι νομικά και πολιτικά δεν υπάρχει διαδικασία για την αναδιάρθρωση του χρέους σε περίπτωση κρατικής πτώχευσης.
Από τις πιο πρόσφατες διαδικασίες αναφέρεται η από περίπου πριν από μια δεκαετία προτεινόμενη από το ΔΝΤ για έναν παγκόσμια κυρίαρχο μηχανισμό αναδιάρθρωσης δημόσιου χρέους (SDRM), που όμως και αυτή απορρίφθηκε.
Για τις κρίσεις κρατικού χρέους επισημαίνεται ότι δεν είναι πρόβλημα πια μόνο στις αναδυόμενες αλλά και στις προηγμένες χώρες και ιδίως στα κράτη στη ζώνη του ευρώ. Και αν πρόκειται να επιβιώσει το ευρώ τότε θα απαιτηθούν καλύτεροι τρόποι για την κρίση δημόσιου χρέους και ισχυρότερες δυνάμεις της αγοράς που θα εμποδίζουν να δημιουργηθούν τα χρέη.
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά τις προτεινόμενες λύσεις, η ομάδα των ειδικών του CIERR στέκεται ιδιαίτερα στον ρόλο του ESM επειδή «η τρέχουσα χρηματοπιστωτική αρχιτεκτονική στην ζώνη του ευρώ είναι ανεπαρκής […] επειδή ο βασικός πυλώνας της, ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM), δεν έχει συσταθεί για την αντιμετώπιση του μη βιώσιμου χρέους».
Αν αυτές οι κρίσιμες στην πολιτική αναγωγή τους παρατηρήσεις έρχονται από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να υπενθυμίσουμε ότι από το 2011 είχε υποστηριχθεί από τις αποφάσεις της ίδιας της Ε.Ε. ένα σοβαρό πλαίσιο για την πολιτική συγκρότησης στρατηγικών υπέρβασης των προβλημάτων δημόσιου χρέους και της αναδιάρθρωσής του, ως στοιχείο ενός νέου υποδείγματος της πολιτικής Ενωσης για την ευθύνη και τη λειτουργία των θεσμών της και όχι ως ad hoc αντικείμενο των εκάστοτε πολιτικών συσχετισμών.
Ετσι, στο πλαίσιο της αρχικής πρότασης του γερμανικού συμβουλίου το 2010, αλλά και της μετέπειτα από την ίδια την Κομισιόν κρίσιμης ανακοίνωσης του 2012 με τίτλο «Σχέδιο στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική οικονομική και νομισματική ένωση:
Εναρξη συζήτησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο» ανασκευάζονται κρίσιμα δομικά χαρακτηριστικά στα προβλήματα της ΟΝΕ και για πρώτη φορά κυριαρχεί η ευθύνη συγκρότησης ενός πολιτικού και νομικού εργαλείου για την αντιμετώπιση του δημόσιου χρέους.
Αυτή η νέα ανάγνωση στα προβλήματα της ΟΝΕ διατρέχει τη γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής (ΕΟΚΕ) για το Σχέδιο Στρατηγικής. Εκεί κατ’ αρχήν επισημαίνεται ότι «το Συμβούλιο έχει πολιτικές ευθύνες που ανάγονται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία περιόρισε σοβαρά τη λειτουργία της ΟΝΕ που θέσπισε. Ιδού γιατί η Επιτροπή υποβάλλει τώρα ένα σχέδιο στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ενωση».
Στην ίδια γνωμάτευση η ΕΟΚΕ προκαταρκτικά, και πριν αξιολογήσει τους σημαντικούς άξονες στρατηγικής του Σχεδίου της Κομισιόν για τη μεσοπρόθεσμη πολιτική και στις προτάσεις που αφορούν κυρίως τη δημιουργία ενός Ταμείου Απόσβεσης Χρέους (ΤΑΧ), το οποίο θα υπόκειται σε αυστηρούς όρους για τον περιορισμό του ηθικού κινδύνου, καθώς και τη δημιουργία ενός νέου μέσου για το δημόσιο χρέος (ευρωγραμμάτια- Eurobills) και την ανάγκη για ευρωπαϊκά ομόλογα προκειμένου να κατανεμηθεί μερικώς το χρέος (Union bond), υπενθυμίζει υποδειγματικά τη ρίζα του κακού:
«Η ΕΟΚΕ […] επισημαίνει ότι, ακόμη και εάν όλα λειτουργούσαν, δύσκολα θα επιτυγχάνονταν ουσιαστικά αποτελέσματα, ιδίως όσον αφορά τη μέθοδο λήψεως αποφάσεων, διότι δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη πρόταση για την Πολιτική Ενωση ώστε το ευρώ να αποκτήσει “στέγη”. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά το χρέος, την αντιμετώπιση των ασύμμετρων κλονισμών, την ανάπτυξη, την ανταγωνιστικότητα…».
Βέβαια για την «πολιτική στέγη» για το ευρώ η μαρξιστική Αριστερά ξέρει ότι δεν θα προκύψει ως προϊόν αποφάσεων αλλά, στο πλαίσιο της διάρρηξης από τον ίδιο τον καπιταλισμό των ορίων του αστικού κράτους, τα νομίσματα και οι απορρέουσες πολιτικές για αυτά θα πρέπει να ξεπεραστούν ως φετιχισμοί και να απορροφηθούν στην πορεία για την κρατική υπέρβαση μετασχηματίζοντας τη θεσμική της εξουσία σε κοινωνική.
Το Σχέδιο Στρατηγικής για μια βαθιά και ουσιαστική Οικονομική και Νομισματική Ενωση για τη δημιουργία ταμείου για απόσβεση χρέους και τα ευρωγραμμάτια δεν προχώρησε ποτέ στην ολότητά του. Προχώρησε και υλοποιήθηκε μόνο ως προς το σκέλος της δημοσιονομικής σκληρής επιτήρησης και πειθαρχίας.
Αυτό είναι το έγκλημα που φέρει ως τεράστια ευθύνη κυνικής εξαπάτησης και πολιτικού εκβιασμού η γερμανική ηγεσία. Και αυτή η εξαπάτηση έχει καταγραφεί σε συνεδριάσεις του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 2012. Ας ανατρέξουν οι περί άλλα τυρβάζοντες υπουργοί και λοιποί θεσμικοί να τα βρουν.
Σήμερα, η Ελλάδα και οι άλλες χώρες της ευρωζώνης με τεράστια πολιτικά, οικονομικά, δημοσιονομικά και κοινωνικά προβλήματα ας σταματήσουν να κλαυθμυρίζουν για τη γερμανική Ευρώπη. Ας κάνουν την έννοια της πολιτικής και νομικής αντιμετώπισης του δημόσιου χρέους όχι ηθικό πρόταγμα μιας αφηρημένης αλληλεγγύης αλλά συγκρουσιακό πολιτικό στοιχείο. Εχουν όλα τα όπλα που χρειάζονται.
*πολιτική επιστήμων, δρ Επιστήμης της Πληροφορίας
