Ορισμένα συνταρακτικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν στη μακρινή Βολιβία πριν μερικά χρόνια, ίσως, θα μπορούσαν κατά μια έννοια, να σταθούν ως μια άμεση αλλά και έμμεση προειδοποίηση προς τους πολιτικούς μας για τα πάθη και τις ίσως πιθανές ανεξέλεγκτες καταστάσεις που μπορεί να ξυπνήσει και πυροδοτήσει και η ευαίσθητη υπόθεση του νερού, μεταξύ των πολλών άλλων που βρίσκονται σχεδόν καθημερινά στο προσκήνιο.
Στα 2000, η κυβέρνηση της χώρας αυτής της Νότιας Αμερικής βίωσε κατάσαρκα μια απερίγραπτη τοπική διαμάχη για το νερό, που κλιμακώθηκε στον πρώτο πόλεμο του νερού του καινούργιου 21ου αιώνα και τελικά βοήθησε και δρομολόγησε στην ανατροπή μιας ολόκληρης πολιτικής τάξης και παράλληλα στην άνοδο μιας καινούργιας.
Η σύγκρουση ξεκίνησε όταν η Βολιβία έγινε χώρα υποδοχής πανίσχυρων γνωστών διεθνών οργανισμών, όπως του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Σε αντάλλαγμα για την οικονομική ενίσχυση που κρίθηκε ότι ήταν αναγκαία για να διασωθεί μια διαλυμένη κυριολεκτικά οικονομία, οι προαναφερόμενοι φορείς απαίτησαν από την ταλαίπωρη χώρα της Νότιας Αμερικής να εφαρμόσει σαρωτικές διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένης της ιδιωτικοποίησης των βασικότερων κρατικών επιχειρήσεων της Βολιβίας.
Ορυχεία, πετρέλαιο, φυσικό αέριο, σιδηρόδρομοι και εταιρείες ηλεκτρισμού, όλα πωλήθηκαν ανοικτά και χωρίς αιδώ, δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενοι απολύθηκαν, η ανεργία σκαρφάλωσε στα ύψη και η φτώχεια των νοικοκυριών αυξήθηκε και γνώρισε απίθανους αριθμούς και πρωτόγνωρα ρεκόρ.
Ωστόσο, παρά τις κακουχίες, η αντίσταση και αντίδραση μεταξύ του πληθυσμού δεν ήταν η αναμενόμενη, αλλά σχετικά μικρή, αρχικά τουλάχιστον. Όλα αυτά όμως, μέχρι το έτος 1999, όταν η κυβέρνηση έδωσε σε μια πολυεθνική κοινοπραξία με επικεφαλής την αμερικανική εταιρεία Bechtel, τη διαχείριση του νερού της Κοτσαμπάμπα για σαράντα χρόνια, την τρίτη μεγαλύτερη πόλη της Βολιβίας, σε αντάλλαγμα με τη δέσμευση της εταιρείας για τον εκσυγχρονισμό του υπάρχοντος δικτύου υδροδότησης των πόλεων.
Η κοινοπραξία ανακοίνωσε κάποια στιγμή τεράστιες αυξήσεις στις τιμές του νερού αφού οι κρατικές επιχορηγήσεις είχαν σταματήσει, όπως εκβιαστικά απαιτούσε η Παγκόσμια Τράπεζα.
Μέχρι τις αρχές του 2000, η Κοτσαμπάμπα βρισκόταν σε εξέγερση ενάντια σε αυτό που πολλοί είδαν ως μια προσπάθεια να φορολογηθεί και η βροχή ακόμα («lease the rain»).
Δημιουργήθηκαν οδοφράγματα στο κέντρο της αποικιακής πόλης, ενώ άλλα έξω στην ύπαιθρο απέκλεισαν την πόλη και έτσι χάρη στην τοποθεσία της Κοτσαμπάμπα πάνω στην εθνική οδό της Βολιβίας, μεταξύ Ανατολής-Δύσης, η χώρα κόπηκε σχεδόν στα δύο.
Η κυβέρνηση μπροστά στον επερχόμενο κίνδυνο, κήρυξε κατάσταση πολιορκίας και προσπάθησε να ελέγξει τους ηγέτες της Ένωσης που καθοδηγούσαν τις διαμαρτυρίες. Αλλά με το χάος να εξαπλώνεται σταδιακά και συνεχώς σε όλη τη χώρα, από τον Απρίλιο εκείνου του έτους αναγκάστηκε να υποχωρήσει, όταν ένας ελεύθερος σκοπευτής φωτογραφήθηκε να σκοτώνει έναν φοιτητή.
Φοβούμενοι για την προσωπική τους ασφάλεια, οι μηχανικοί της ξενόφερτης κοινοπραξίας εγκατέλειψαν έντρομοι την Κοτσαμπάμπα, ενώ η κυβέρνηση υπαναχώρησε από τη σύμβαση, κι οι ηγέτες του ξεσηκωμού και των διαμαρτυριών, διορίστηκαν στην κρατική εταιρεία Semapa.
Με έξι νεκρούς, στη συνέχεια, η εξέγερση ήταν μια σημαντική στιγμή στην κινητοποίηση των απλών πολιτών κατά της συνταγής των ιδιωτικοποιήσεων και της λιτότητας, καταστάσεις που τους επιβλήθηκαν ουσιαστικά από την Ουάσιγκτον.
Πέντε χρόνια αργότερα, η κινητοποίηση εκείνη είχε απομακρύνει την παραδοσιακή πολιτική τάξη της χώρας από την εξουσία και την αντικατέστησε με το αυτόχθονο «Κίνημα Προς το Σοσιαλισμό» του Έβο Μοράλες.
Η άνοδος τελικά στην εξουσία του τελευταίου, ήταν αναπόσπαστα συνδεδεμένη με τον πόλεμο του νερού. Ήταν ένα γεγονός που άλλαξε κυριολεκτικά την ιστορία της Βολιβίας! Φαινομενικά, τουλάχιστον!
Ωστόσο, αν η σύγκρουση αυτή φαίνεται ως προειδοποίηση προς τους πολιτικούς για τη συνταρακτική δύναμη του νερού να ξεσηκώνει ή να μετριάζει υφέρποντα πολιτικά πάθη, η μακροχρόνια έκβασή της είναι επίσης συνδεδεμένη με κάποια δόση αναπάντεχης μάλλον ειρωνείας, καθώς και «ρεβανσισμού» του σύγχρονου πολιτικού και οικονομικού σκηνικού που ορθώνεται και εξαπλώνεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη.
Έχοντας έρθει στην εξουσία, εν μέρει λόγω της ζυμώσεων που προκάλεσε ο πόλεμος του νερού, το «Κίνημα Προς το Σοσιαλισμό» κατοχύρωσε τη δημόσια ιδιοκτησία του αγαθού αυτού νομικά. Η κυβέρνηση έδειχνε πρόθυμη για περισσότερους φόρους στις εξαγωγές ορυκτών που βρίσκονται στο υπέδαφός της, αλλά ο τομέας αυτός απαιτούσε και απαιτεί όλο και μεγαλύτερες ποσότητες νερού, δωρεάν, τις οποίες χρειάζεται για τη λειτουργία του.
Το γεγονός αυτό έχει θέσει τα ορυχεία, τα περισσότερα σημειωτέον ξένης ιδιοκτησίας, σε άμεσο ανταγωνισμό με τις τοπικές κοινωνίες για τους υδάτινους πόρους, σε μια εποχή που η κλιματική αλλαγή προκαλεί συνθήκες ξηρασίας σε μεγάλα τμήματα της χώρας.
Οι επικριτές λένε ότι τόσα χρόνια από τον πόλεμο του νερού, το ‘Κίνημα Προς το Σοσιαλισμό’ (Movement Towards Socialism, MAS) δίνει και πάλι τη δυνατότητα στις πολυεθνικές να αρπάξουν τον έλεγχο του μεγαλύτερου μέρους των υδάτινων πόρων της χώρας, μόνο που τώρα αυτό θα γίνει μέσω του τομέα των ορυχείων και το σπουδαιότερο ειρηνικά και χωρίς τα εκρηκτικά γεγονότα που προηγήθηκαν κάποια χρόνια πριν!
Με το κίνημα αυτό στην εξουσία, οι πολυεθνικές μπορούν τώρα να επανέλθουν στη Βολιβία και να προχωρήσουν στην «όποια» αξιοποίηση του νερού με πολύ μεγαλύτερη ασφάλεια από ότι κατά τη διάρκεια αλλά και μετά τον πόλεμο του νερού!
Στη χώρα μας τώρα, το θέμα της δημιουργίας του Υπερταμείου και της δικαιοδοσίας του, σχεδόν στο σύνολο της δημόσιας περιουσίας, πήρε ήδη το δρόμο του, παρά τις σχετικά χλιαρές αντιδράσεις μερικών πολιτών, εργαζομένων στις ΔΕΚΟ και τη σθεναρή αντίσταση των μικρών εξωκοινοβουλευτικών κομμάτων.
Αν και τα επίσημα κυβερνητικά χείλη υπόσχονται άλλα, ή τουλάχιστον χρυσώνουν κατά κάποιο τρόπο το χάπι, ο πενταετής, εμετικός πια, εκβιασμός των ‘προαπαιτούμενων’, από το ευρωπαϊκό στρατηγείο δίνει και παίρνει, ακάθεκτα και ανεξέλεγκτα, χωρίς να αφήνει έστω υποτυπώδη περιθώρια αισιοδοξίας στους απλούς πολίτες!
