Πώς θα συγκροτηθεί η ταυτότητα της μείζονος Αριστεράς και συνακόλουθα η στρατηγική της στο επόμενο διάστημα και εν όψει συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ; Ας παραμερίσουμε τις κατηγορίες περί «λαϊκισμού».
Πρόκειται για υπερ-κατάχρηση του όρου, παράκρουση όμοια των εθνικοφρόνων του ’50, που έβλεπαν παντού κομμουνιστικό δάκτυλο. Παρακολουθώντας την προσυνεδριακή συζήτηση, αλλά και γενικότερα τον δημόσιο λόγο, εκείνο που αναδίδεται είναι μια διχασμένη ταυτότητα. Το πρόβλημα σχετίζεται με τη διαμόρφωση των κοινωνικών συμμαχιών της επόμενης μέρας. Και οι κοινωνικές συμμαχίες είναι σταθερότερες από τις πολιτικές.
Το αφήγημα της «ήττας»
Το βασικό αφήγημα είναι της «ήττας»: ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε σε μια άνιση αναμέτρηση με τις ευρωπαϊκές συντηρητικές πολιτικές και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει ακόμη και το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης 2014, που το θεωρούσε ήδη προσαρμογή ως προς την προηγούμενη αντιμνημονιακή στρατηγική του.
Η αντίθεση Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο ήταν βασικό σχήμα εξήγησης των εξελίξεων στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, τουλάχιστον από το 2010. Ηταν μια δυαδική αντίληψη ριζωμένη στον «αντιστασιακό» χαρακτήρα της ελληνικής Ιστορίας. Χωρίς αυτήν τι μένει τώρα; Ή μήπως η ιδεολογία Μνημόνιο/Αντιμνημόνιο συμβιώνει με την προσαρμογή στο Μνημόνιο;
Η διχασμένη ταυτότητα εγκαθιδρύει ασυμβατότητα ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις επιθυμίες μας. Από τη μια: «Τι να κάνουμε, εκόντες άκοντες προσαρμοζόμαστε» (αλλά μερικές φορές εξαίρουμε την προσαρμοστικότητά μας).
Από την άλλη, ονειρευόμαστε πόσο διαφορετικοί είμαστε, εκφραζόμαστε με ενοχικά σύνδρομα για τη χαμένη εποχή της αθωότητας των κινημάτων (βλ. βραχυκύκλωμα για τις καταλήψεις), αλλά δεν βρίσκουμε μια γέφυρα ανάμεσα στον ρεαλισμό και τα οράματά μας.
Δεν είναι φυσικά ο ΣΥΡΙΖΑ το πρώτο αριστερό κόμμα στην εξουσία με διχασμένη ταυτότητα. Στη δεκαετία του ’80 ο Ανδρέας Παπανδρέου χειρίστηκε μια ανάλογη διχασμένη ταυτότητα εγκαθιδρύοντας διγλωσσία.
Το ερώτημα είναι επομένως: Εκκρεμές ανάμεσα σε κινηματισμό και μεταρρυθμισμό, θυσία της όποιας ταυτότητας στην επιδίωξη εξουσίας και διγλωσσία ή διαμόρφωση συνεκτικής καινούργιας ταυτότητας για την Αριστερά;
Νέα ανάγνωση
Μια νέα ταυτότητα σημαίνει νέα ανάγνωση της πραγματικότητας. Η περίοδος 2010 έως σήμερα ήταν το αποτέλεσμα τόσο της κρίσης που οδήγησε στα μνημόνια όσο και των ίδιων των μνημονίων.
Τα μνημόνια δεν είχαν σκοπό μόνο να αντιμετωπίσουν το χρέος, αλλά να αλλάξουν την ελληνική κοινωνία, να εγκαθιδρύσουν μια νέα λογική διακυβέρνησης και λειτουργίας της κοινωνίας (gouvernementalité). Για τούτο και η κεντρική απαίτηση για «Μεταρρυθμίσεις». Η ελληνική κοινωνία, επομένως, από το 2010 εξελίσσεται με ένα μείγμα συνεργασίας και αντίστασης στα μνημόνια, αναδιαμορφώνεται και συνδιαμορφώνεται με αυτά.
Αν δούμε τις εξελίξεις των τελευταίων 7 ετών, θα επισημάνουμε τις εσφαλμένες οικονομικές πολιτικές που οδήγησαν σε μεγαλύτερη ύφεση και βύθιζαν συνεχώς στο χρέος, την ασυμμετρία Βορρά-Νότου στην αρχιτεκτονική της ευρωπαϊκής οικονομίας, τις συνέπειες των πολιτικών λιτότητας, ακόμη και την αρπακτικότητα των δανειστών εταίρων, τη συμμαχία τους με τις τοπικές ελίτ να περάσουν όσα εκείνες δεν μπορούσαν σε βάρος της κοινωνίας, την κολάσιμη ταξική ιδιοτέλεια ντυμένη με υποκριτικές διακηρύξεις.
Ολα αυτά όμως, και ακόμα χειρότερα, συμβαίνουν ως διαδικασίες μεγάλων ιστορικών μεταβολών, όταν οι κοινωνίες αλλάζουν απρόβλεπτα και βίαια τον τρόπο που λειτουργούν. Οι μεγάλες ιστορικές μεταβολές αλέθουν ανθρώπους, ιδέες, περιουσίες, γη, τρόπους συμβίωσης, επαγγέλματα, κόμματα, συνειδήσεις, υπολήψεις, αξίες, γίνονται με αίμα και λάσπη, με απώλειες των μεν και προσδοκίες των δε, με λύσσα που τυφλώνει, αλλά και διορατικότητα που αναζητά να διακρίνει το γενικό περίγραμμα και την επόμενη μέρα.
Πρόκειται για There is No Alternative; Εδώ είναι το κρίσιμο ζήτημα: είναι σχηματικό να βλέπεις τις μεγάλες ιστορικές αλλαγές σαν εναλλακτικά, πολιτικά σχέδια. Οταν αλλάζουν οι εποχές, ασφαλώς ξεδιπλώνονται μεγάλα πολιτικά σχέδια. Η ίδια η αλλαγή, όμως, των εποχών είναι κάτι πολύ πέραν των ιδεολογιών και πολιτικών προθέσεων, και ακόμη παρουσιάζουν μια δυναμική ευρυχωρία για διαφορετικά πολιτικά σχέδια.
Με πολέμους εγκαθιδρύθηκε η εποχή των εθνών, από ανελέητους εργοδότες η βιομηχανική επανάσταση. Η εποχή των εθνών και της βιομηχανίας, όμως, ήταν μια νέα ιστορική εποχή, πολύ πέραν των αρχικών σχεδίων.
Κερδισμένοι και χαμένοι αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν στα δεδομένα της νέας εποχής και να χαράξουν στρατηγική πάνω στα ρήγματα, στις αντιφάσεις της, να αναζητήσουν καινούργιες δυνατότητες και προοπτικές. Η Ιστορία δεν προχωρά γραμμικά, αλλά μέσω ετερογονίας σκοπών και αποτελεσμάτων.
Τα ερωτήματα
Επομένως, να μιλάς στις σημερινές συνθήκες για «ήττα» είναι σαν να μην έχεις επίγνωση ούτε του μεγέθους των μετασχηματισμών ούτε της ιστορικότητάς τους. Το αφήγημα της «ήττας» εκφράζει τον ναρκισσισμό της «αριστερής μελαγχολίας». Εκείνο που θα πρέπει να κρατήσουμε δεν είναι ούτε το πένθος της απώλειας ούτε, βέβαια, ο θρίαμβος της προσαρμογής που ακυρώνει, άλλωστε, το κριτικό υπόβαθρο της σκέψης μας.
Είναι η αντίληψη ότι συμμετέχουμε αναγκαστικά σε μια μεγάλη μεταβολή ως δρώντες· όχι ως παρατηρητές. Μια μεταβολή που οι όροι της εκτείνονται πέραν της μνημονιακής επταετίας, πέραν της Ελλάδας, ακόμη και πέραν της Ευρώπης. Δεν την είχαμε προβλέψει και σκεφτεί ότι θα συμβεί με τον τρόπο αυτό· κανείς άλλωστε δεν προβλέπει πώς είναι οι τεκτονικές μετατοπίσεις όταν πραγματοποιούνται.
Επομένως, η συνείδηση του ΣΥΡΙΖΑ, στον βαθμό που θέλει να εκπροσωπήσει τον αριστερό και προοδευτικό κόσμο στην Ελλάδα, στην ευρύτητά του και στη συνθετότητά του, προς αυτή την κατεύθυνση πρέπει να σμιλευτεί. Πώς θα επηρεάσει την ανασυγκρότηση της κοινωνίας που αναδύεται διαφορετική μέσα από την κρίση; Αυτό είναι το μείζον ερώτημα.
Πέραν του τωρινού ασφυκτικού δανειακού ελέγχου, ποτέ μια μικρή χώρα σαν την Ελλάδα, ούτως ή άλλως, δεν είχε πλήρη ελευθερία κινήσεων και επιλογών. Πολύ περισσότερο σε μια εποχή που το χρηματοπιστωτικό σύστημα είναι εξαιρετικά σφιχτοδεμένο, και η διεθνής ανταγωνιστικότητα αμείλικτη, ώστε να μην επιτρέπουν εξαιρέσεις και αποκλίσεις.
Αυτό άλλωστε αποτυπώνει η πολιτική και το πλαίσιο της Ε.Ε., όπου η χώρα μπήκε και κρατήθηκε με πλειοψηφική θέληση.
Εξάλλου, από τη στιγμή που δημιουργήθηκε η Ελλάδα, πριν από διακόσια χρόνια, βρίσκεται αδιαλείπτως εντός της τροχιάς των μεγάλων παγκόσμιων στροβίλων της Ιστορίας και υπόκειται σε αναγκαιότητες υπέρτερες της θέλησής της.
Στο πλαίσιο αυτό ο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να απαντήσει σε δύο υπαρξιακά ερωτήματα. Το πρώτο: Εχει περιθώρια σήμερα μια Αριστερά, έχει ρόλο στην εποχή αυτή; Και αν ναι, ποιο ρόλο; Με αξιώσεις διακυβέρνησης ή ως ρεύμα ιδεών και κριτικής, ως κίνημα διαμαρτυρίας και αντίστασης, με προσδοκίες για ένα απροσδιόριστο μέλλον;
Το δεύτερο ερώτημα: Σε ποιους απευθύνεται; Είναι η Αριστερά το κόμμα της φτωχολογιάς, ενός φαντασιακού αδάμαστου λαού, ή ένα κόμμα γκραμσιανού τύπου που αναφέρεται σε εθνικό ακροατήριο και αναστοχάζεται τον δικό του «ιστορικό συμβιβασμό»;
Τα μεσαία στρώματα
Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δεν μπορεί να επιστρέψει στο κίνημα διαμαρτυρίας που επιδιώκει μόνο ηθική δικαίωση ως μελλοντική παρακαταθήκη. Πέντε χρόνια από το 2012, από θέση αξιωματικής αντιπολίτευσης και στη συνέχεια εξουσίας, ακύρωσαν τη δυνατότητα αυτή.
Οσοι προτίμησαν τον δρόμο της αγνότητας αποχώρησαν. Δεν χρειάζεται να κοιτάνε πίσω τους όσοι παραμένουν. Ο μόνος δρόμος που μένει μπροστά στον ΣΥΡΙΖΑ είναι να σκεφτεί πώς θα συνδυάσει τα συμφέροντα των πολλών με τις παρεμβάσεις που θα ορίσουν τις μεγάλες γραμμές της αυριανής κοινωνίας.
Αλλά κάθε φορά που η Αριστερά κατάφερε κάτι που βρήκε αντίκρισμα στην κοινωνία για μεγάλη χρονική διάρκεια, ήταν όταν επιτύγχανε τη συμμαχία των φτωχότερων στρωμάτων με τα μεσαία στρώματα. Μια παρόμοια προοδευτική συμμαχία εξασφάλισε και τον εκδημοκρατισμό και το κοινωνικό κράτος στη μεταπολεμική εποχή.
Οταν έσπαγε αυτή η συμμαχία, η Αριστερά έχανε, και έχανε συνολικά και από τα λαϊκά στρώματα. Αυτό συνέβη όταν στις μεγάλες κοινωνικές μεταβολές της τελευταίας τριακονταετίας τα μεσαία στρώματα διχάστηκαν ανάμεσα σε αυτά που συγκροτήθηκαν μέσα από τις αλλαγές του παραγωγικού μοντέλου και αυτά που ήταν προσδεμένα στην κρατική παρεμβατικότητα.
Η σημερινή γοητεία που ασκεί η Ακροδεξιά στα λαϊκά στρώματα της Ευρώπης, μέσα από λόγο οργής, φτιαγμένο με αριστερό λεξιλόγιο, οφείλεται στο σπάσιμο αυτής της συμμαχίας και στον κατακερματισμό των άλλοτε προοδευτικών συμμαχιών.
Η εκπαίδευση
Οι μεταρρυθμίσεις στην εκπαίδευση προσφέρονται, είναι προνομιακό πεδίο, για να συγκροτηθεί αυτή η συμμαχία και συμβολικά και κοινωνικά και πολιτικά.
Εξ αρχής τονίσαμε ότι οι μεταρρυθμίσεις δεν θα πρέπει να περιοριστούν στην επούλωση των πληγμάτων από την κρίση, πράγμα σημαντικό βέβαια, και τιτάνιο όπως αποδεικνύεται. Για να έχουν αποτύπωμα στην ελληνική κοινωνία χρειάζεται να αγγίξουν τον ορίζοντα των μεγάλων αλλαγών της εποχής.
Η εκπαίδευση σχηματίζει και μορφοποιεί το μέλλον αυτής της κοινωνίας, και η ίδια πρέπει να σχεδιαστεί στην προοπτική των επόμενων δεκαετιών, στην προοπτική της ανθεκτικότητας απέναντι στους απρόσμενους κινδύνους. Ταυτόχρονα να μην αφορά μόνον τους ελάχιστους εκλεκτούς, αλλά τη δυναμική μάζα που θα κάνει τη διαφορά.
Και είναι παράξενο που παρά τον Εθνικό Διάλογο για την Παιδεία, ο ΣΥΡΙΖΑ, ως κόμμα, στάθηκε αμήχανα στα Πορίσματα του Διαλόγου. Δεν τα υπερασπίστηκε.
Δεν θα πρέπει οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις να γίνουν απαραίτητος άξονας των μελλοντικών κυβερνητικών στόχων, δεδομένου ότι συνδέονται στενά όχι μόνο με την ανάταξη της οικονομίας και το νέο μοντέλο ανάπτυξης που πρέπει σταδιακά να διατυπωθεί, αλλά και με την ίδια την γνωσιακή, πολιτισμική και κοινωνική διαμόρφωση των αυριανών πολιτών; Εδώ είναι το προνομιακό πεδίο για τη συγκρότηση αυτής της συμμαχίας.
Στον πλούτο και στο βάθος των προτάσεων του Διαλόγου, η Δεξιά αντιπαραθέτει έναν μονοδιάστατο λόγο περί «αριστείας». Ο όρος, όπως χρησιμοποιείται, δεν αφορά τη σκληρή προσπάθεια ούτε την αδέκαστη κρίση. Είναι σινιάλο ελιτίστικης ιδεολογίας που εξυπηρετεί τους λίγους, αδιαφορώντας και θυσιάζοντας τους πολλούς.
Κοινωνικός δαρβινισμός. Αλλά και ο νεολογισμός «ταξική μεροληψία» να διαγραφεί από το λεξιλόγιο της Αριστεράς. Οταν επιδιώκεις ηγεμονία, ενεργείς εν ονόματι του συνόλου, της καθολικότητας των δικαιωμάτων, της ισότητας. Βοηθάς τους αδύναμους αποκαθιστώντας την αμεροληψία, όχι εγκαθιδρύοντας μεροληπτικότητα.
Ούτε χρειάζεσαι «παράλληλο» πρόγραμμα. Κεντρικό, ενιαίο και συνεκτικό άξονα πολιτικής χρειάζεσαι.
