Γιάννης Μπαλαμπανίδης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στο καινούργιο του μυθιστόρημα «Αριθμός 11», ο Τζόναθαν Κόου περιγράφει μια Βρετανία που ζει μελαγχολικά την κληρονομιά του θατσερισμού και της «Cool Britannia» των Νέων Εργατικών, κρατώντας με το ζόρι κρυμμένο ένα υπόγειο αίσθημα οργής και ανημπόριας που τρέφεται από την αυξανόμενη, ενίοτε κραυγαλέα, απόσταση στις συνθήκες του βίου ανθρώπων που κατά τα άλλα ζουν δίπλα δίπλα.

Σε μια παράδοξη προοικονομία της ρήξης του Brexit, ο Κόου περιγράφει μια διαδοχή γενεών που καθεμιά έχασε κάποτε την πολιτική της αθωότητα.

Πιο πρόσφατη στιγμή απώλειας, ο θάνατος του Ντέιβιντ Κέλι, το 2003.

«Ως τότε ήμασταν επιφυλακτικοί με τον πόλεμο του Ιράκ. Υποψιαζόμασταν πως η κυβέρνηση δεν μας έλεγε όλη την αλήθεια. Αλλά τη μέρα που πέθανε έγινε απολύτως ξεκάθαρο … αυτοκτονία ή δολοφονία δεν είχε πραγματικά σημασία».

Ο Ντέιβιντ Κρίστοφερ Κέλι, στέλεχος του υπουργείου Αμυνας και εμπειρογνώμονας των Ηνωμένων Εθνών, σε συνομιλία του με δημοσιογράφο, η οποία διέρρευσε, άφηνε υπονοούμενα σχετικά με τα στοιχεία της κυβέρνησης για τα όπλα μαζικής καταστροφής που διέθετε (ή δεν διέθετε) το Ιράκ.

Ο Κέλι υπέστη μια επιθετική «ανάκριση» στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή, δύο μέρες αργότερα βρέθηκε νεκρός.

Μοιάζει ειρωνικό ότι τον Ιούλιο ήρθε στο φως το πόρισμα της επιτροπής που υπό τον σερ Τζον Σίλκοτ ανέλαβε να διερευνήσει την ανάληψη στρατιωτικής δράσης στο Ιράκ, στην οποία είχε πρωτοστατήσει ο Τόνι Μπλερ στο πλάι του Τζορτζ Μπους τζούνιορ.

Οι υποψίες έγιναν βεβαιότητα: τα στοιχεία των υπηρεσιών Πληροφοριών για την κατοχή όπλων μαζικής καταστροφής ήταν «ελλιπή», η εισβολή αποφασίστηκε πριν ο πόλεμος καταστεί ύστατη λύση. 

Το πόρισμα προκάλεσε θύελλα και τη δημόσια συγγνώμη του Τόνι Μπλερ.

Τις ίδιες ημέρες έγινε γνωστό ότι ένας άλλος πρωταγωνιστής των ευρωπαϊκών πραγμάτων, ο Ζοζέ Μανουέλ Μπαρόζο, πρόεδρος της Κομισιόν το 2004-2014, διορίστηκε πρόεδρος διεθνών δραστηριοτήτων της Goldman Sachs· ο άνθρωπος δηλαδή που χειρίστηκε εκ μέρους της Ε.Ε. μια κρίση η οποία ξεκίνησε με τη φούσκα των subprimes όπου πρωταγωνιστούσε, ακριβώς, ο νέος του εργοδότης…

Ενας πρωθυπουργός που οδηγεί μια χώρα σε πόλεμο με μισές αλήθειες, ένας ανώτατος αξιωματούχος που μέσα από μια «περιστρεφόμενη πόρτα» εξαργυρώνει σε έναν τραπεζικό κολοσσό την ισχύ που απέκτησε από το αξίωμά του· ακόμη μια εκδοχή του γνώριμου ερωτήματος εάν το νόμιμο είναι και ηθικό.

Εδώ ελλοχεύει ο πειρασμός της ηθικολογίας, του γενικευτικού αφορισμού «είναι όλοι τους διεφθαρμένοι», που καλλιεργεί το έδαφος για εύκολη πολιτική δημαγωγία· ωστόσο, γνωρίζουμε ότι πάνω στην ηθικολογία ενίοτε ιδρύεται το καθεστώς μιας πραγματικής ανηθικότητας.

Από την άλλη, όμως, η πολιτική, όσο διαχωρίζεται από την ιδιωτική ηθική άλλο τόσο συνδέεται με τη δημόσια αρετή, όπως γράφει η φιλόσοφος Μυριάμ Ρεβώ ντ’Αλλόν («Πρέπει η πολιτική να είναι ηθική;» Εστία, 2007).

Η πολιτική εμφανίζεται στον δημόσιο χώρο, η εξουσία είναι μια σχέση πρώτα απ’ όλα αναγνώρισης ανάμεσα σε αυτόν που άρχει και εκείνον που άρχεται.

Εξ ου και ο Μακιαβέλι εγγράφει τις αρετές του ηγεμόνα στο πλαίσιο μιας πολιτικής φαινομενολογίας: η αρετή του ηγεμόνα είναι πρωτίστως η δημόσια αρετή, αυτή που φαίνεται και αναγνωρίζεται στον δημόσιο χώρο.

Επομένως, να αποφύγουμε την ηθικολογία δεν σημαίνει να παραγνωρίσουμε τα συμπτώματα ενός βαθύτερου φαινομένου: της απόστασης που αυξάνει ανάμεσα στις πολιτικές ελίτ και τους πολίτες.

Η αιώνια δυσπιστία ανάμεσα στους πόλους αυτής της σχέσης έχει τα τελευταία χρόνια μετατραπεί σε μια γνήσια κρίση πολιτικής εμπιστοσύνης στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, υπονομεύοντας όχι μόνο την απήχηση των «συστημικών» κομμάτων αλλά και των δημοκρατικών θεσμών.

Ενδεικτικό παράδειγμα: στο ερώτημα του Ευρωβαρόμετρου «Εμπιστεύεστε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή;», θεσμό του οποίου προΐστατο ο Μανουέλ Μπαρόζο, οι πολίτες της Ε.Ε. απαντούν από το 2009 και μετά κατά πλειοψηφία αρνητικά (σχεδόν 50%, τη στιγμή που το 2004 οι θετικές γνώμες έφταναν το 55%).

Η καχυποψία προς το κορυφαίο ευρωπαϊκό όργανο δεν αφορά μόνο τους συνήθεις ύποπτους Νότιους ή το διαχρονικά σκεπτικιστικό Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και χώρες του σκληρού πυρήνα όπως η Γαλλία και η Γερμανία.

Οι Ευρωπαίοι δεν εμπιστεύονται πια τους θεσμούς τους και δεν ακούν τις πολιτικές τους ελίτ.

Ο «προοδευτικός λαϊκισμός» στον Νότο δημιούργησε αυξημένες προσδοκίες για την υπέρβαση αυτού του χάσματος, τόσο γρήγορα όσο τις διέψευσε (στην Ελλάδα, η διαχρονική δυσπιστία απέναντι στην κυβέρνηση εκτινάχθηκε στα χρόνια της κρίσης στο 90%, για να μειωθεί δραστικά στις αρχές του 2015 και να εκτοξευθεί ξανά τον Οκτώβριο του 2015 στο 80%).

Η απομάγευση ήδη τροφοδοτεί ακραίες δεξιές εθνικιστικές δυνάμεις στην Ευρώπη.

Για να μην κυριαρχήσει, θα πρέπει οι πολιτικές ελίτ, προοδευτικές αλλά και συντηρητικές, να εμπνεύσουν εμπιστοσύνη, δηλαδή μεταξύ άλλων να λογαριαστούν ξανά με την έννοια της δημόσιας αρετής – μέρος της οποίας, πάντως, είναι και ορισμένες ισχυρές ιδέες και σταθερές πεποιθήσεις για το πώς αναμετριόμαστε με το υπάρχον.

Διαφορετικά, θα θυμίζουν όλο και περισσότερο τις σελίδες του Κόου: «Ο κύριος Μπλερ είναι ο αρχηγός του Εργατικού Κόμματος, είπε η γιαγιά, το οποίο σε περασμένες εποχές πίστευε σε ένα πράγμα που λέγεται σοσιαλισμός. – Αλλά δεν το πιστεύει πια; – Λοιπόν, κανείς δεν είναι απολύτως βέβαιος για το τι πιστεύει».

Από τις εκδόσεις «Πόλις» κυκλοφορεί το βιβλίο του «Ευρωκομμουνισμός. Από την κομμουνιστική στη ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά»