Με αφορμή την πρόταση της επιτροπής παιδείας για τη μεταρρύθμιση του σχολείου και τις συνεντεύξεις του προέδρου της, Αντ. Λιάκου, και του προέδρου του ΙΕΠ, Γ. Κουζέλη, παρατηρούμε ότι διατυπώνονται απόψεις για την κοινωνία και την εκπαίδευση που δεν αντιστοιχούν σε καμιά πραγματικότητα.
Η κρίση της κοινωνίας εξηγείται ως ένας αόριστος γιγαντιαίος κοινωνικός μετασχηματισμός που αλλάζει την τεχνολογία και την παραγωγή, τη ροή των ανθρώπων, των αξιών και των πληροφοριών.
Με βάση αυτή τη λαθεμένη και ψευδή εκτίμηση, μπορεί εύκολα κανείς να τοποθετήσει την εκπαιδευτική διαδικασία στις απροσδιόριστες ροές της κοινωνίας, ενώ στην πραγματικότητα η εκπαίδευση των νέων είναι μια συστηματική, οργανωμένη, επιστημονική και γνωστική διαδικασία, που συνδέεται με τη μάθηση αντικειμένων και μεθόδων με στόχο την ικανοποίηση των αναγκών και τη λύση των προβλημάτων.
Ο πρόεδρος της επιτροπής διακηρύσσει ότι μπορούμε να αντιμετωπίσουμε την κρίση με προσωρινές ισορροπίες και μέσα σε αυτές εντάσσεται το εκπαιδευτικό προσωρινό πρόγραμμα με διαρκείς μεταρρυθμίσεις.
Διακρίνεται ένα ιδεολόγημα που πουλάει στην αγορά, ότι μέσα από την πληροφορία και την ψηφιακή τεχνολογία θα σώσουμε ό,τι μπορούμε.
Στη βάση της λαθεμένης αυτής εξήγησης οικοδομείται μια θεωρία του τεράστιου όγκου πληροφοριών, που πρέπει να γίνονται αντικείμενο πρόσβασης των μαθητών και της κοινωνίας με αγωνία να τις προλάβουν, ενώ στην πραγματικότητα δεν έχουν χρησιμότητα και αντίκρισμα στις λύσεις των προβλημάτων που τους απασχολούν.
Υποστηρίζει, επίσης, ότι διεθνοποιούνται οι κανόνες ζωής, γνώσης και κρίσης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν όρια.
Από ποιους δημιουργούνται αυτοί οι χαοτικοί κανόνες;
Μια ευνομούμενη πολιτεία έχει υποχρέωση να διαμορφώσει στόχους για σχεδιασμό της εκπαίδευσης που να στηρίζονται στο γνωσιοκεντρικό σχολείο, στα μαθήματα που αντιστοιχούν στις επιστήμες και στις μεθόδους.
Η πρόταση αυτή ακυρώνει την επιστημονική γνώση στο σχολείο και την αντικαθιστά με πεδία γνώσεων και πληροφοριών στη βάση της διαθεματικής προσέγγισης, αποσπασματικά και επιλεκτικά, με τρόπους ένταξης του μαθητή στην ψηφιακή τεχνολογία.
Η στόχευση είναι η μάθηση καλών τεχνικών άντλησης γνώσεων και πληροφοριών, έτοιμων μεθόδων και λύσεων και η εύκολη απομνημόνευση και αναπαραγωγή.
Μαθαίνω πώς να μαθαίνω σημαίνει καλύτερη τεχνική για τη μάθηση υπό μορφή αναπαραγωγής γνώσεων και όχι επεξεργασία και στοχασμό πάνω στην επιστημονική γνώση.
Η πρόταση ανάπτυξης δεξιοτήτων και ικανοτήτων για συμπληρωματική πληροφορία (παζλ) έχει αποτέλεσμα να συνεχίζεται η διαδικασία των εργασιακών εφαρμογών στο πλαίσιο της αγοράς με στόχο τις πρόσκαιρες λύσεις προβλημάτων και όχι της ιστορικής προοπτικής και του σχεδιασμού.
Η ουσία είναι ότι προτείνεται να υπάρχει απεριόριστη ρευστότητα και ευελιξία στα προγράμματα χωρίς να εξασφαλίζεται ένας γενικός σταθερός σχεδιασμός που να μπορεί να συνδέει το γενικό (γενικές αρχές και νόμοι) με το ειδικό.
Η ευελιξία ταυτίζεται με την εναλλακτικότητα και την προσαρμογή σε κάθε επίπεδο δυνατότητας μάθησης και γνώσης από τους μαθητές στην τάξη.
Αυτή η ρευστότητα χωρίς επιστημονική επεξεργασία και ανταπόδοση είναι ισοπεδωτισμός και οδηγεί σε ένα χαοτικό σχολείο.
Πώς θα λυθούν τα προβλήματα της επαγγελματικής αποκατάστασης, ρωτάει ο κ. Λιάκος.
Κατ’ αρχήν απαντάει ότι ένας όρος είναι οι περισσότερες γνώσεις και πληροφορίες που πρέπει να έχουν οι εκπαιδευτικοί ως φορείς της διδακτικής πράξης.
Δεν ρωτάει όμως ποιες γνώσεις θα διδαχθούν και τι θα εξυπηρετούν.
Τα επαγγέλματα που κατευθύνονται προς τις άμεσες παραγωγικές διαδικασίες και εφαρμογές χρειάζονται νέες γνώσεις που έχουν προέλθει από τις φυσικές και τεχνικές ανακαλύψεις.
Τα επαγγέλματα όμως που έχουν σχέση με την εκπαίδευση ποιες νέες γνώσεις χρειάζονται;
Οι νέες ερμηνευτικές και εξηγητικές γνώσεις μπορεί να είναι και παλιές με νέο περιτύλιγμα, αλλά και διαστρεβλωτικές για την ιστορική οικονομική και κοινωνική ερμηνεία και αλλαγή.
Ποιος θα κρίνει τι πρέπει να μπει ως περιεχόμενο στο πρόγραμμα σπουδών;
Ο κ. Λιάκος υπερασπίζεται μεταπτυχιακές έρευνες με θεσμικές-φορμαλιστικές προδιαγραφές που απαιτείται να λειτουργούν απεριόριστα, χωρίς να αντιστοιχούν κατά τη γνώμη μας με τις ανάγκες της κοινωνίας.
Θεωρούμε ότι υπάρχει η αντίληψη πως οι επιστήμονες εκπαιδευτικοί δεν μπορούν να έχουν λόγο στη μετατροπή των επιστημονικά συγγραφόμενων βιβλίων, αλλά θα είναι απλά εφαρμοστές στη διδακτική πράξη (μέθοδο).
Προτείνεται μια ανακύκλωση της εκπαίδευσης και επανεκπαίδευσης των πτυχιούχων καθηγητικών σχολών σαν να πρόκειται για φροντιστηριακούς κύκλους.
Αυτή την επιμονή στην ταύτιση της επιστημονικής γνώσης με τη διδασκαλία πώς αλλιώς μπορούμε να την ερμηνεύσουμε;
Παρουσιάζεται ένας μεγάλος κύκλος εκπαιδευτικής δραστηριότητας χωρίς ιστορικό, κοινωνικό και παραγωγικό σκοπό.
Από την άλλη, δεν μπορεί η γενική εκπαίδευση να αντιστοιχεί σε κάθε εξειδίκευση.
Ομως χρειάζεται εκπαιδευτικός σχεδιασμός με σταθερές κατευθύνσεις και ολοκληρωμένη μάθηση και γνώση και όχι επιλεκτική.
Επομένως, η μεταρρύθμιση για τη μεταρρύθμιση, η ευελιξία και η αποσπασματική γνώση (διαθεματικότητα-project) δεν οδηγούν πουθενά παρά στο χάος.
*οικονομολόγος, σχολικός σύμβούλος, πρόεδρος της Ενωσης Οικονομολόγων
**ιστορικός, οργανωτικός γραμματέας της Πανελλήνιας Ενωσης Φιλολόγων
