Τις τελευταίες ημέρες διαδραματίστηκαν άλλα δύο επεισόδια στο κουραστικό σίριαλ «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο», το οποίο με ποικίλες παραλλαγές εδώ και μια εξαετία πυροδοτεί κι εξαντλεί την πολιτική αντιπαράθεση στη χώρα.
Ο βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, κ. Κυρίτσης, χωρίς περίσκεψη κι αιδώ ανέφερε ως στόχο της κυβέρνησης τη μετακύλιση των δημόσιων βαρών στις κοινωνικές ομάδες που στήριξαν το «ναι» στο δημοψήφισμα του περασμένου καλοκαιριού (στους «Μενουμευρώπηδες»).
Από την άλλη, σε πρωινή εκπομπή ο πρόεδρος της νεολαίας του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος και υποψήφιος βουλευτής με τη Ν.Δ., κ. Κυρανάκης, μίλησε για «ναι»-«όχι», «πλούσιους-φτωχούς» κι άλλα διχαστικά δίπολα που επινοεί το άρρωστο μυαλό του Πρωθυπουργού.
Πρόκειται για μια φαινομενική αντίθεση μεταξύ των δύο κομμάτων εξουσίας, η οποία χρησιμοποιεί στον πυρήνα της την ίδια ακριβώς λογική ακολουθία. Ο δικομματισμός την εποχή της κρίσης και των Μνημονίων στηρίζεται σε καινούρια φρασεολογία, νέους συμβολισμούς μα, το κυριότερο, αναπαράγει επίμονα στο πολλαπλάσιο παλιές ιδεολογικές στρεβλώσεις.
Το γεγονός ότι η «κυβερνώσα Αριστερά», διά στόματος ενός εκπροσώπου της, αντιλαμβάνεται το ρόλο της ως αγγέλου-τιμωρού σε διατεταγμένη αποστολή κατά των «Μενουμευρώπηδων», αποτελεί δυστυχώς την τραγική κατάληξη μιας σειράς από παρερμηνείες. Το δίπολο «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο» υπερέβη τη συγκυρία και χρησιμοποιήθηκε λόγω και έργω από μεγάλα τμήματα της Αριστεράς ως ιδανικό υποκατάστατο της ταξικής πάλης. Έτσι, τα ταξικά σημεία αναφοράς της ριζοσπαστικής αφήγησης (π.χ. αστικά στρώματα, εργατική τάξη, προλεταριάτο, φετιχισμός του χρήματος, εμπορευματοποίηση της εργασίας, πραγμοποίηση του κοινωνικού υποκειμένου) έχασαν τον μαρξικό τους μπούσουλα, εθνικοποιήθηκαν και συγχωνεύθηκαν μέσα σε ένα απολιτίκ κράμα αγανάκτησης, διαμαρτυρίας και σπασμωδικής αντίδρασης.
Η εθνικοποίηση της ταξικής διαστρωμάτωσης και διαπάλης είχε ως αναπόφευκτη συνέπεια τη σφοδρή πρόσκρουση στη δυστοπική μνημονιακή «κανονικότητα». Η ανάληψη κυβερνητικών ευθυνών κατέδειξε την έλλειψη εναλλακτικής πρότασης και τη στρατηγική επιλογή επικοινωνιακής διαχείρισης της πραγματικότητας από τα αγαπημένα παιδιά του «Αντιμνημονίου» (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ). Όσο η κυβέρνηση, είτε εκβιαζόμενη είτε εθελουσίως προσχωρήσασα στο There Is No Alternative, ψηφίζει κοινωνικά επώδυνα μέτρα, το επικοινωνιακό της success story -κατά βάση το ηθικό της πλεονέκτημα- καταρρέει. Για παράδειγμα, είναι αδύνατο να προβάλει επιτυχώς, έστω και σε συμβολικό επίπεδο, το προφίλ μιας υπεύθυνης αριστερής δύναμης με πανεθνικά χαρακτηριστικά τη στιγμή που υπερψηφίζει τη συγκρότηση και λειτουργία ενός Ταμείου, το οποίο θα διαχειρίζεται (με τη σύμφωνη, αν όχι την κύρια, γνώμη των δανειστών) τη δημόσια περιουσία για τα επόμενα 99 χρόνια. Έτσι, παγιδευμένη στις αντιφάσεις της και χαμένη στη μετάφραση της κρίσης («Μνημόνιο»-«Αντιμνημόνιο») καταφεύγει σε έναν ολοκληρωτικό, οιονεί φασιστικό, πολιτικό λόγο του τύπου «όποιος δεν είναι μαζί μας, είναι εναντίον μας»…
Η εμπειρική έρευνα της κοινωνικής διαστρωμάτωσης των αποτελεσμάτων του δημοψηφίσματος θα είχε αναμφίβολα τεράστιο ενδιαφέρον, αν γινόταν από μια σκοπιά ταξικού συμφέροντος κι όχι από την οπτική γωνία μιας εθνικιστικής προλεταριοποίησης ή ενός εκδικητικού εξισωτισμού προς τα κάτω. Ωστόσο, για δύο κυρίως λόγους, η ψευδοταξική χρήση του «ναι» και του «όχι» από εκπρόσωπο της νεομνημονιακής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, προσκρούει στο έδαφος της εμπειρικής πραγματικότητας και των θολών ιδεολογικών γραμμών.
Πρώτον, το δημοψήφισμα από την κυβερνητική σκοπιά δεν αφορούσε ένα συγκεκριμένο ερώτημα, το οποίο να συνδέεται άρρηκτα με την ευρωπαϊκή ή μη προοπτική της χώρας, με την παραμονή ή έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη. Εν συνεχεία, το συντριπτικό «όχι» δεν μεταφράστηκε σε πράξη, ώστε να γίνει σαφής η (ταξική, κοινωνική, ιδεολογική) διαφοροποίηση των υπερμάχων του «ναι» και του «όχι». Έτσι, η έκφραση της βούλησης του κυρίαρχου λαού ερμηνεύθηκε καταχρηστικά από τη συντριπτική κοινοβουλευτική πλειοψηφία (το σύνολο των κομμάτων που υπερψήφισαν τη Συμφωνία του περασμένου Αυγούστου) κι εν τοις πράγμασι ακυρώθηκε σε διακυβερνητικό επίπεδο η όποια δυναμική της διάκρισης μεταξύ του «ναι» και του «όχι».
Δεύτερον και κύριον, η διάσταση μεταξύ του «πάση θυσία στο ευρώ» και της νοοτροπίας ότι το νόμισμα δεν είναι ταμπού θα είχε περιεχόμενο αν λειτουργούσε ως πρόσημο ταξικής μεροληψίας υπέρ των outsiders της κοινωνικής συμβίωσης, ως όρος χειραφέτησης των μαζών, προαγωγής της (προσωπικής και συλλογικής) αυτονομίας του ατόμου, ως καταστατική αρχή μιας αντι-ηγεμονικής ριζοσπαστικής θεώρησης του κόσμου. Δυστυχώς, η απολιτική διάκριση μεταξύ «Μενουμευρώπηδων» και λοιπών «υπερήφανων Ελλήνων» χρησιμοποιείται ως φύλλο συκής, προκειμένου να κρυφτεί κάτω από το χαλί η άτακτη υποχώρηση στις επιταγές των δανειστών και η πλήρης απουσία οράματος για μια άλλη, έστω κι αμορφοποίητη ακόμα, κοινωνία που «θα σταματήσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο». Η Αριστερά (είτε στην κομμουνιστική είτε στη ρεφορμιστική της εκδοχή) οφείλει να βρει εκείνες τις χαραμάδες που θα επιτρέψουν στους ασθενέστερους να γίνουν κύριοι του εαυτού τους και να γράψουν με το δικό τους μελάνι τη συλλογική τους μοίρα. Το αίτημα σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας διά της δημοκρατικής οδού είναι εντελώς ασύμβατο με εθνολαϊκίστικα ξεκαθαρίσματα λογαριασμών (με τη φυλετοποίηση της προλεταριακής πάλης), με μια μισαλλοδοξία βασισμένη αποκλειστικά και μόνο στις αντι-κυβερνητικές εκλογικές προτιμήσεις του πολίτη-καταναλωτή πολιτικών προϊόντων.
Από την άλλη πλευρά, ο νεαρός εκπρόσωπος της ΝΔ, απαντώντας στην απαράδεκτη δήλωση Κυρίτση, έκανε μια ακόμα πιο εξωφρενική παρατήρηση. Θεωρεί ότι η διάκριση μεταξύ πλούσιων και φτωχών υπάρχει μόνο στο άρρωστο μυαλό του Πρωθυπουργού της χώρας. Πρόκειται για μια αντίληψη, η οποία έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη διαχρονική ιστορία του φιλελευθερισμού, από τον κλασικό πολιτικό φιλελευθερισμό της πρώιμης νεωτερικότητας μέχρι και τον οικονομικό (νέο)φιλελευθερισμό της Νέας Δεξιάς.
Πρώτον, η διάκριση της κοινωνίας σε τάξεις, σε έχοντες και κατέχοντες (με όρους παραγωγής και διανομής του πλούτου) αποτελεί ένα σημαντικό τμήμα της νεωτερικής, διαφωτιστικής παράδοσης, το οποίο είναι αδιανόητο να απαξιώνεται ως ένα είδος σχιζοφρένειας. Εκφράστηκε από ένα ετερόκλητο πλήθος κορυφαίων στοχαστών της νεωτερικότητας. Ως αίτημα βιοτικής αυτοτέλειας και αυτεξουσιότητας στον πολιτικό φιλελευθερισμό του Kant και του Locke, ως ratio κατάργησης της ιδιοκτησίας στον ουτοπικό σοσιαλισμό του Rousseau, ως πάλη των τάξεων στο πρόταγμα για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής του Marx.
Δεύτερον, η αντίληψη ότι η εκάστοτε πολιτική κοινωνία είναι ένα ενιαίο, αδιάσπαστο και ομοούσιο σύνολο παραγνωρίζει τους ανταγωνισμούς που ενυπάρχουν σε κάθε πολιτική κοινότητα, αποτελώντας εγγενές συστατικό της ίδιας της ανθρώπινης φύσης («αντικοινωνική κοινωνικότητα» σύμφωνα με τον Kant, «ακοινωνική κοινωνικότητα» κατά τον Hobbes).
Τρίτον, η ύπαρξη μιας γενικής βούλησης, ενός αφηρημένου εθνικού συμφέροντος, το οποίο είναι αποκλειστικά υπεύθυνος να διακριβώσει ο εκάστοτε κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού («πεφωτισμένος ηγεμόνας», «δημοψηφισματικά εκλεγμένος ηγέτης», «καλός πατερούλης») συγκρούεται μετωπικά με τη γενέθλια ιδέα του πολιτικού φιλελευθερισμού, την αυτονομία του ατόμου και την αποτίναξη των δεσμών της «τυραννικής πλειοψηφίας» (κατά Toqueville). Παράλληλα, πρόκειται για μια θεώρηση που αμφισβητεί στον πυρήνα της την καταστατική ιδέα των σύγχρονων πολιτικών κοινωνιών, το θεσμό της λαϊκής κυριαρχίας διά της αντιπροσώπευσης.
Last but not least, προκαλεί εύλογα απορία η καινοφανής σκέψη ότι η διάκριση μεταξύ πλούσιων και φτωχών δεν υφίσταται πραγματικά, παρά μόνο στο φανταστικό κόσμο του Πρωθυπουργού. Ακόμα και στην πιο σκληροπυρηνική εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού, υπάρχει αποδοχή της θέσης ότι η απελευθέρωση των αγορών προκαλεί κοινωνική ανισότητα, η οποία φέρεται να θεραπεύεται μακροπρόθεσμα μέσω του trickle down effect (διάχυση της ευημερίας προς τα κάτω). Συνεπώς, ακόμα και με τα πιο νεοφιλελεύθερα, ταξικά μεροληπτικά υπέρ των πλούσιων, γυαλιά, η φτώχεια αντιμετωπίζεται ως το αναγκαίο κακό για τη win-win απρόσκοπτη λειτουργία του μοντέλου της ελεύθερης αγοράς. Το γεγονός ότι οι 85 πλουσιότεροι άνθρωποι του κόσμου κατέχουν όσο πλούτο έχουν τα 3,5 δισεκατομμύρια των πιο φτωχών δεν συνιστά αριστερή ιδεοληψία, αλλά αμείλικτη βιωμένη εμπειρία.
Συνοψίζοντας, η θολή διάκριση «Μνημόνιο-Αντιμνημόνιο» καλά κρατεί, ακόμα και τώρα που η συντριπτική πλειοψηφία της Βουλής υπερψήφισε την τρίτη κατά σειρά μνημονιακή συμφωνία. Στην Ελλάδα της κρίσης πότε φταίνε για όλα οι ανάλγητοι Ευρωπαίοι και ο νεοφιλελευθερισμός γενικά κι αόριστα, πότε οι φτωχοί που δεν μπορούν να αποφασίσουν για τη μοίρα τους με ορθολογισμό, πότε οι «Μενουμευρώπηδες», πότε οι τεμπέληδες του δημοσίου τομέα, πότε οι Εβραιομασόνοι και πότε όλοι μας επειδή «μαζί τα φάγαμε».
Η «κυβερνώσα Αριστερά» θεωρεί αριστερίστικη μιζέρια να ασχοληθεί με τα δομικά (καπιταλιστικά) αίτια που γεννάνε φτώχεια, ανισότητα, αδύναμη κοινωνία των πολιτών, μειωμένη συμμετοχή στα κοινά, επενδύοντας σε έναν διχαστικό λόγο και σε έναν εξισωτισμό προς τα κάτω. Η δε αντιπολίτευση του «Μένουμε Ευρώπη» αφήνει στο χρονοντούλαπο της ιστορίας την αστική, φιλελεύθερη προέλευσή της, αντιμετωπίζοντας τα καίρια ζητήματα αναδιανομής του πλούτου, διάχυσης της ευημερίας, ομαλής λειτουργίας της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ως λαϊκίστικες κορώνες.
Δίχως διακριτές ιδεολογικές αρχές, δεν πρόκειται ποτέ να έχουμε μια υγιή κοινοβουλευτική, ακόμα και αστικοδημοκρατικού τύπου, δημοκρατία στη χώρα μας. Όταν δεν λειτουργεί ουσιαστικά το Κοινοβούλιο ως πεδίο δημοκρατικής διαβούλευσης, δεν μπορεί να πραγματώσει ούτε το ριζοσπαστικό (πρώτο αναγκαίο βήμα για το σταδιακό πέρασμα στην άμεση δημοκρατία) ούτε το φιλελεύθερο (η αντιπροσωπευτική δημοκρατία ως η ιδεατή και τελική μορφή πολιτεύματος) ρόλο του. Απ’ ό, τι φαίνεται, το μεγαλύτερο πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι παράγουμε μηδαμινή πολιτική την ίδια στιγμή που καταναλώνουμε άφθονη επικοινωνία.
*δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)
