Στα «ΝΕΑ του Σαββατοκύριακου» 29/4-1/5/2016, σε άρθρο με τίτλο «15 μήνες φορολογικού χάους» υπάρχει αναφορά στη σύντομη θητεία μου ως αναπλ. υπουργού Οικονομικών με αρμοδιότητα τα φορολογικά, που κινείται πέραν της πολιτικής πολεμικής, καθώς –μεταξύ άλλων– αναφέρεται σε δύο μυθεύματα, ένα τετριμμένο κι ένα πρωτοφανέρωτο.
Δεν πληρώνω
Τετριμμένος είναι ο ισχυρισμός ότι «από το κίνημα Δεν Πληρώνω η Βαλαβάνη πέρασε στο “πατριωτικό καθήκον” να πληρώνουν όλοι τους φόρους τους». Μάταια έχω ζητήσει να αναδημοσιεύσουν οτιδήποτε δικό μου από το έδαφος του Δεν Πληρώνω, απλούστατα επειδή δεν υπάρχει. Μία και μοναδική φορά συμμετείχα σε κινητοποίηση σε καινούργιο σταθμό διοδίων στη Βόρεια Ελλάδα, καθώς διατηρώ την άποψη ότι τα διόδια στους ελληνικούς δρόμους ισοδυναμούν με ληστεία.
Οσο για το «πατριωτικό καθήκον» –από τη συζήτηση στη Βουλή για τις προγραμματικές δηλώσεις της νέας κυβέρνησης–, εξακολουθώ να θεωρώ ότι επίσης στο μέλλον η ολόπλευρη οικονομική στήριξη μιας κυβέρνησης με αποστολή την απεμπλοκή της χώρας από τα μνημόνια χρειάζεται και θα προέλθει πρωτίστως από τον ίδιο τον λαό.
Φορολογική πολιτική: Αποτέλεσμα προγράμματος ή know-how;
Η αρθρογράφος ισχυρίζεται ότι «η πρώτη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. ξεκίνησε στραβά», λόγω της «επιλογής» μου στη συγκεκριμένη θέση για λόγους «εξυπηρέτησης των τότε εσωκομματικών ισορροπιών των συνιστωσών», ενώ δεν ήξερα να συντάξω –κατά δήλωσή μου– ούτε τη φορολογική μου δήλωση.
Πρώτον: Αν η αρθρογράφος είχε στοιχειώδεις γνώσεις ιστορίας του ΣΥΡΙΖΑ, θα ήξερε ότι θα ήταν αδύνατη η επιλογή μου σε θέση υπουργού οποιασδήποτε αρμοδιότητας για λόγους «εξυπηρέτησης εσωκομματικών ισορροπιών των συνιστωσών». Για τον απλούστατο λόγο ότι στα οκτώ χρόνια που ήμουν (απλό) μέλος του ΣΥΡΙΖΑ μέχρι την αποχώρησή μου μετά την ψήφιση του Γ’ Μνημονίου τον Αύγουστο 2015, δεν ανήκα σε οποιαδήποτε συνιστώσα ή «ρεύμα» του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά ήμουν σταθερά ανένταχτη.
Στην πραγματικότητα, δηλαδή, ανήκα στο πλειοψηφικό ρεύμα των μελών και φίλων του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο ωστόσο από τη δημιουργία του ενιαίου κόμματος το 2013 δεν είχε πια ούτε έναν άνθρωπο αυτής της κατηγορίας, πολύ περισσότερο «εκπρόσωπο», στην Κεντρική Επιτροπή και την Πολιτική Γραμματεία.
Δεύτερον: Είχα όντως δηλώσει σχετικά στη Βουλή όχι αυτό ακριβώς που επικαλείται η αρθρογράφος, αλλά ότι δεν έχω συντάξει ποτέ η ίδια τη φορολογική μου δήλωση. Αυτό βεβαίως συνέβαινε, επειδή επί δεκαετίες μέχρι τον θάνατό του, τέλος 2014, την κοινή φορολογική μας δήλωση συνέτασσε ο σύντροφός μου. Ως γνωστόν, οι άλλοι υπουργοί Οικονομικών συνέτασσαν όλοι προσωπικά τις φορολογικές τους δηλώσεις!
Τρίτον: Ποιος είναι ο «καταλληλότερος» υπουργός επί της φορολογίας; Κάποιος με ειδικότητα τα φορολογικά που υπηρετεί μνημόνιο ή κάποιος άλλης ειδικότητας που υπηρετεί πολιτική απεμπλοκής από τα μνημόνια; Η ίδια η ερώτηση δείχνει το παράλογο της σχετικής τοποθέτησης: Και ο ένας και ο άλλος μπορεί να είναι οι «καταλληλότεροι» -το πραγματικό ερώτημα είναι, καταλληλότεροι για την υλοποίηση ποιας πολιτικής;
Ο ΣΥΡΙΖΑ εκλέχτηκε τον Γενάρη του 2015 για να εφαρμόσει το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Για να μιλήσω προσωπικά, κατάλαβα γρήγορα –όπως θα καταλάβαινε και οποιοσδήποτε άλλος στη θέση μου είχε μια τέτοια θεώρηση– τι «προσαρμογές», πρακτικά και χρονικά, θα μπορούσαν να γίνουν ώστε ν’ αρχίσει μια σταδιακή εφαρμογή του χωρίς να υπονομεύεται η ίδια η διαπραγμάτευση για μια συμφωνία «έντιμου συμβιβασμού», απεμπλοκής από τα μνημόνια και διαγραφής του μεγαλύτερου μέρους του χρέους, που βεβαίως επιθυμούσα να πετύχει.
Μια τέτοια «μεταβατική» φορολογική πολιτική όφειλε να υπηρετεί έναν τριπλό στόχο: Την απαλλαγή της συντριπτικής πλειονότητας της κοινωνίας από ένα αβάστακτο φορολογικό καθεστώς, που μετά την ψήφισή του το καλοκαίρι του 2013 θα εφαρμοζόταν σε όλη του την έκταση ως προς τη φορολογία εισοδήματος για πρώτη φορά το 2015 (για τα εισοδήματα του 2014).
Την ανακούφιση της μεγάλης πλειονότητας των χρεοφειλετών του Δημοσίου, που πνίγονταν –3,3 εκατ. άνθρωποι και πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις σε σύνολο 3,9 οφειλετών στο Δημόσιο– σε χρέη μέχρι 3.000 ευρώ (τα 3,5 εκατ. απ’ αυτούς σε χρέη μέχρι 5.000 ευρώ). Και, βέβαια, τη συγκέντρωση επαρκών δημόσιων εσόδων, ανάλογα με την πραγματική φοροδοτική ικανότητα του καθενός, για να μπορεί η κυβέρνηση ν’ ανταποκρίνεται στις υποχρεώσεις της ως προς τον κρατικό προϋπολογισμό (μισθούς, συντάξεις, πάσης φύσεως κοινωνική πολιτική και τα χρέη της προς τους προμηθευτές της).
Η νομοθέτηση που έγινε –εξ ολοκλήρου «μονομερής» και καθαρά εισαγωγική, καθώς ταυτόχρονα διεξάγονταν οι διαπραγματεύσεις– ήταν σ’ αυτή την κατεύθυνση: Από τις 100 δόσεις, στις οποίες συμμετείχαν 1 εκατ. άνθρωποι διευθετώντας 7,5 δισ. χρέος, από τα οποία το 1,65 δισ. καταβλήθηκε εντός 2015, μέχρι το Ταμείο Δημόσιας Περιουσίας, για το οποίο νομοθετήθηκε ρητά ότι τα έσοδα από την αξιοποίηση, κι όχι το ξεπούλημα, της δημόσιας περιουσίας θα διοχετεύονται κυρίως στη χρηματοδότηση της Κοινωνικής Ασφάλισης ως πρόσθετοι, εκτός ασφαλιστικού συστήματος, πόροι, ώστε να εξασφαλιστεί η βιωσιμότητά του χωρίς περικοπές συντάξεων και αυξήσεις εισφορών.
Από τις νομοθετικές παρεμβάσεις ανάλογες με το «μικρό φορολογικό» για τα ιδιαίτερα χαμηλά εισοδήματα, τους ομογενείς αλλά και για τους μικρομεσαίους αγρότες, που αλλιώς έμπαιναν πρακτικά σε τροχιά εξάλειψης, μέχρι μέτρα στην κατεύθυνση της παραγωγικής ανασυγκρότησης.
Ολα τα παραπάνω δυναμίτισε (100 δόσεις) ή κατάργησε (αφορολόγητες οι αποζημιώσεις και 12.000 αφορολόγητο για τις αγροτικές επιδοτήσεις, μείωση των προκαταβολών στους αγρότες στο 27,5% και στους νέους αγρότες στο 12,75% κ.ά.) το Γ’ Μνημόνιο, το οποίο επίσης ακύρωσε το άρθρο για το Ταμείο, αντικαθιστώντας το με ένα Υπερταμείο Ιδιωτικοποίησης του συνόλου της δημόσιας περιουσίας με προορισμό τους δανειστές και το χρέος.
Και βέβαια, όταν παραιτήθηκα από μέλος της κυβέρνησης ελάχιστες ώρες μετά την ανακοίνωση της τελικής συμφωνίας της 13ης Ιουλίου από τις Βρυξέλλες, υπήρχαν έτοιμα νομοσχέδια ή ρυθμίσεις που είχαν σταλεί κεντρικά ή περίμεναν τη σειρά τους στα συρτάρια: για τη μείωση των αντικειμενικών αξιών και για σημαντικά θέματα αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Προχωρούσε –και ολοκληρώθηκε τον Σεπτέμβριο, όπως ήταν προγραμματισμένο, αν και κατά πληροφορίες μέχρι τέλος του χρόνου δεν είχε ακόμα παραληφθεί από το υπουργείο Οικονομικών– το ενιαίο ηλεκτρονικό «καταθεσιολόγιο» των τραπεζών, δηλαδή το άνοιγμα των 500.000 λογαριασμών που κάποια στιγμή εντός της προηγούμενης 15ετίας διέθεταν άνω των 300.000 ευρώ καταθέσεων, για τη σύλληψη της μεγάλης φοροδιαφυγής, καθώς και το σχέδιο πληρωμής κυρίως με ηλεκτρονικό χρήμα για περιορισμό της «μικρής» φοροδιαφυγής.
Αλλά και το νομοσχέδιο που είχαμε ζητήσει και κατάρτισε το ΣΔΟΕ –που διαλύθηκε το ίδιο με το Γ’ Μνημόνιο!– για το «μαύρο χρήμα» στο εξωτερικό. Ηξερα επίσης τι θα έπρεπε να γίνει στο φορολογικό νομοσχέδιο για τα εισοδήματα του 2015, που είχα προαναγγείλει για το φθινόπωρο, ώστε να υπάρξει μια σταδιακή, αλλά ριζική, αλλαγή προς το καλύτερο της φορολογίας εισοδήματος –και των φόρων περιουσίας– για μισθωτούς, ελεύθερους επαγγελματίες και τη μεγάλη πλειονότητα των μεσαίων στρωμάτων.
Η τάξη και το χάος
Ολα αυτά βέβαια έχουν σήμερα την αξία ευρημάτων κατά τη νεκροψία. Το θέμα είναι αν ένα άρθρο γράφεται με στόχο να ερμηνεύσει τι πήγε πράγματι στραβά: Με στόχο, εφόσον μπορέσει να ξαναδημιουργηθεί μια χειραφετική προοπτική, τα πράγματα να εξελιχθούν αλλιώτικα. Ή αν η συνένωση της φορολογικής πολιτικής της άνοιξης της πρώτης κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, με το φορολογικό χάος που ακολούθησε και κλιμακώνεται σήμερα, εξυπηρετεί μια εκ των προτέρων δικαιολόγηση: συνέχιση της φοροκαταιγίδας με μια άλλη κυβέρνηση. Γιατί στο σημερινό φορολογικό χάος υπάρχει επίσης τάξη. Και η τάξη αυτή είναι μνημονιακή.
