Συνεχίζοντας τον προβληματισμό του προηγούμενου κειμένου μου («Η Εφημερίδα των Συντακτών», 1.4.2016) για τους «μετανάστες» και την «ιδιότητα του πολίτη», θα μπορούσα να στραφώ στις συζητήσεις για τα «δικαιώματα» και την εκάστοτε «καταλογή» τους ως ιστορική αφήγηση. Αρχίζω ρωτώντας τον «παππού» (βλ. το βιβλίο μου: «O Marx στον καθρέφτη», 2014).
α) Πώς αντιμετώπισες τις «Déclarations» της Γαλλικής Επανάστασης; Αξιομνημόνευτες είναι οι επισημάνσεις μου στο διπλό βιβλιοκριτικό σημείωμα με τίτλο «Για το εβραϊκό ζήτημα». Εκτενώς συζητώ τη διάκριση: «δικαιώματα του ανθρώπου» («droits de l’ homme») – «δικαιώματα του πολίτη» («droits du citoyen»), αναλύοντας τις Διακηρύξεις του 1791 και του 1793.
Ετσι αντιμετωπίζω τους γενεσιουργούς όρους μιας καίριας διχοστασίας. Από τη μια πλευρά διαμορφώνεται στην πολιτική σφαίρα η «ουράνια» ζωή, όπου ο πολίτης εμφανίζεται ισότιμος με τους συμπολίτες του, κυρίαρχος, «αλληγορικό» και «ηθικό πρόσωπο», κοντολογίς ως «αληθινός» άνθρωπος.
Από την άλλη πλευρά στην κοινωνική σφαίρα τοποθετείται η «επίγεια» ζωή, όπου κινείται ο «απολιτικός» ιδιώτης ως φορέας και υπηρέτης «εγωιστικών» συμφερόντων, δηλαδή ως «βέβηλο ον» που αποτελεί «μη αληθινό φαινόμενο». Με τη Γαλλική Επανάσταση η αστική τάξη κατέκτησε την πολιτική εξουσία: απελευθερώνοντας το κράτος πρόσφερε στο άτομο, ως πολίτη, από τη μια την «ουράνια» ζωή, καθώς ανήγαγε το πολιτικό σε γενικό και υποβίβασε το κοινωνικό σε ειδικό ή ιδιωτικό, και από την άλλη δεν προχώρησε στην ανατροπή των θεμελίων της «επίγειας» ζωής, θραύοντας τα κοινωνικά δεσμά του «πραγματικού» ατόμου.
Ετσι ο άνθρωπος δεν απαλλάχθηκε από τη θρησκεία, απλώς απέκτησε τη θρησκευτική ελευθερία· δεν απελευθερώθηκε από την ιδιοκτησία, απλώς κατέκτησε την «ελευθερία της ιδιοκτησίας»˙ δεν απελευθερώθηκε από τον «εγωισμό του επαγγέλματος», έλαβε απλώς την ελευθερία του επαγγέλματος. Κανένα λοιπόν από τα «δικαιώματα του ανθρώπου» δεν υπερβαίνει τη δικαιοδοσία του «εγωιστή» ανθρώπου, δηλαδή ως ατόμου που εγκλείεται στον εαυτό του, στο ιδιωτικό του συμφέρον, και αποφεύγει την κοινότητα.
Η «πολιτική χειραφέτηση» σήμαινε τελικά τη διχοστασία σε εγωιστικό ανεξάρτητο άτομο και στο ηθικό πρόσωπο του πολίτη. Η «ανθρώπινη χειραφέτηση» ωστόσο ολοκληρώνεται όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει και οργανώνει τις «δικές του δυνάμεις» («seine “forces propres”») ως «κοινωνικές δυνάμεις» και έτσι σταματά να χωρίζει από τον εαυτό του την κοινωνική δύναμη με τη μορφή της πολιτικής εξουσίας (Αύγ.-Δεκ. 1843: 361-370).
β) Η υποβάθμιση των «τυπικών δικαιωμάτων» του πολίτη έγινε στο όνομα του αναμενόμενου κομμουνισμού; Η δημοκρατία που προέκυψε από τη Γαλλική Επανάσταση υπήρξε «αντίφαση καθεαυτή», «αναλήθεια» (σαν τη «θεολογία» των Γερμανών), εφόσον τα ιδεώδη της ελευθερίας και της ισότητας εκφράζουν απλώς μια νέα μορφή δουλείας.
Η «γνήσια ελευθερία» και η «γνήσια ισότητα», όπως την είχε προϊδεασθεί η κίνηση του Babeuf, ταυτίζεται με τον κομμουνισμό (Engels 1843: 481/482). Τη βεβαιότητα για την έλευση της νέας κοινωνίας συνάγει και ο Friedrich, με την κοινή ιστορική και θεωρητική εμπειρία που αποκόμισε από την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Αρκεί να εισαχθεί ο σοσιαλιστικός καταμερισμός της εργασίας για να ιδρυθεί το «βασίλειο της ελευθερίας» που θα παραμερίσει το «εξιδανικευμένο» (και ουδέποτε πραγματοποιημένο) «βασίλειο της αστικής τάξης» (1878: 17).
γ) Τι αναμένει την «προσωπικότητα» στην κοινωνία του μέλλοντος; Και πολλά και λίγα. Αρκεί να αγωνίζεται για τη διατήρησή της ως «wahre Individualität» (Engels-Marx 1845: 138), ακόμη και ως «kritischer Kritiker», δηλαδή «nach dem Essen zu kritisieren», κατά τη γερμανική ιδεολογία (1845/6: 33).
Πάντως να προσέχει πώς δημιουργούνται οι «νέες ανάγκες» και συνάμα τα «μέσα για την ικανοποίησή» τους, θέτοντας σε «ενέργεια τα ολόπλευρα αναπτυγμένα ταλέντα» του, στους κόλπους μιας «γενικής Assoziation όλων των μελών της κοινωνίας», όπως προέβλεψε ο Friedrich (1847: 375-377) πριν συνταχθεί το Μανιφέστο (1848: 476, 482), με την εστία του ενδιαφέροντος στην «κατάργηση της Bourgeois-Persönlichkeit-Selständigkeit und Freiheit»· της «αστικής προσωπικότητας, αυτοτέλειας και ελευθερίας». Προφανώς δεν αποφεύγω να επικαλεσθώ τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» (1867: 618). Δηλαδή, την «υψηλότερη μορφή κοινωνίας», όπου το «θεμελιώδες αξίωμά» της αφορά την «πλήρη και ελεύθερη ανάπτυξη κάθε υποκειμένου»…
δ) Τι ήταν ο «περίλαμπρος κατάλογος των “αναπαλλοτρίωτων δικαιωμάτων του ανθρώπου”»; Ας μείνω λοιπόν στο ίδιο κείμενο (1867: 320): με την υπόμνηση της «Magna Charta» σημείωνα τη νομοθεσία που αφορούσε τον χρόνο μιας εργάσιμης ημέρας. Εκλεινα πάντως περιπαικτικά με την «Αινειάδα»: «Quantum mutatus ab illo!». Πράγματι, πολλή φασαρία για το τίποτα ή «ποια μεγάλη αλλαγή»…
ε) Θα εξακολουθήσουν να υπάρχουν «ανθρώπινα δικαιώματα»; Γνωρίζω πολύ καλά την πορεία του προβληματισμού για τα «Menschenrechte» (βλ. Engels-Marx 1845: 120/121, 130) και πόσο «απλώς in der Theorie υπήρξαν» (βλ. και 1845/6:180-181˙ 1867: 189/ 190, 769/770). Δεν πρόκειται, λοιπόν, για μια τέτοια προοπτική.
Ας μείνω στο «Μανιφέστο» (1848: 482) θέτοντας ξανά αυτό το ερώτημα, αν θα έχουν νόημα τα «ανθρώπινα δικαιώματα» σε μια κοινωνία όπου η εργατική τάξη θα έχει καταργήσει και τη «δική της ταξική κυριαρχία» και η «δημόσια εξουσία» θα έχει απολέσει τον «πολιτικό της χαρακτήρα»…
* ομότιμος καθηγητής Κοινωνικής και Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων
