Καλλιόπη Λεγάκη*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Την είδα τις προάλλες σε ένα κομμάτι γης, που απέμεινε ανάμεσα στις πολυκατοικίες που κατέκλυσαν τη γειτονιά μου τα τελευταία χρόνια. Ηταν μια παπαρούνα με κατακόκκινα πέταλα και έναν πράσινο χνουδωτό βλαστό να ξεπετάγεται απ’ το χώμα, μια παρουσία αναπάντεχη που ανέσυρε μνήμες και στιγμές της παιδικής ηλικίας και με κατέκλυσε με μια μοναδική τρυφερότητα.

Στο μυαλό μου ήρθαν οι χάρτινες παπαρούνες, που είδα το περασμένο φθινόπωρο, στο Παρίσι, καρφιτσωμένες στα σακάκια και στα καπέλα των ανθρώπων που κυκλοφορούσαν στους δρόμους, θέλοντας μ’ αυτόν τον τρόπο να τιμήσουν τους νεκρούς του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου.

Την έμπνευση γι’ αυτήν την πρωτοβουλία τη χρωστάμε στο ποίημα «Στις πεδιάδες της Φλάνδρας» του Καναδού στρατιώτη John McCrae, που πολέμησε στα χαρακώματα χάνοντας τον καλύτερό του φίλο και μερικές μέρες μετά τη λήξη του πολέμου, στις 11 Νοεμβρίου 1918, είδε κατάπληκτος να φυτρώνουν παπαρούνες στο πεδίο της μάχης.

Στο μυαλό του, το άλικο χρώμα της παπαρούνας συνδέθηκε με το χρώμα του αίματος των θυμάτων, έτσι που οι στίχοι «κι αν χάσεις την πίστη σου για μας που ’χουμε πεθάνει, δεν θα κοιμηθούμε ποτέ όσο φυτρώνουν παπαρούνες στις πεδιάδες της Φλάνδρας» να μας συντροφεύουν κάθε χρόνο τη «Μέρα της Μνήμης», όπως καθιερώθηκε στο παγκόσμιο ημερολόγιο η επέτειος της λήξης του πολέμου.

Παρόμοια σύνδεση συναντάμε στην ελληνική μυθολογία, όπου το κόκκινο χρώμα του λουλουδιού αποδίδεται στο αίμα που ανέβλυσε από την πληγή του Αδωνη, του όμορφου νεαρού που αγάπησε η Αφροδίτη και που σκότωσε από τη ζήλια του ο Αρης, μεταμορφωμένος σε άγριο κάπρο.

Κατά τη μυθολογία επίσης, η παπαρούνα ήταν το ιερό φυτό της Δήμητρας, συμβόλιζε την παρουσία της στα ανοιξιάτικα σπαρτά και ήταν απαραίτητη στα Ελευσίνια Μυστήρια.

Και φυσικά οι αρχαίοι γνώριζαν καλά τις υπνωτικές και ναρκωτικές ιδιότητες του λουλουδιού. Δεν ήταν τυχαίο πως οι γιοι του Αδη, ο Υπνος και ο Θάνατος, παριστάνονταν κρατώντας παπαρούνες στα χέρια τους.

Ετσι έκαναν σαφέστατο τον συμβολισμό της χρήσης του φυτού, καθώς από τον ύπνο που μπορεί να προκαλέσει η κοινή παπαρούνα -Μήκων η Ροιάς κατά την επιστημονική της ονομασία- φτάνουμε στον θάνατο που μπορεί να προκαλέσει η οπιούχος παπαρούνα –Μήκων η υπνοφόρος- που καλλιεργείται αποκλειστικά για την παραγωγή οπίου.

Σε άλλους, πάλι, μύθους και δοξασίες, που σχετίζονται με τη Βόρεια Ευρώπη, αναγνωρίζουμε το όνομα του λουλουδιού, που μάλλον προέρχεται από την κελτική λέξη «παπά», που σημαίνει «τροφή για μωρά», φανερώνοντας τη συνήθεια των Κελτών να ανακατεύουν χυμό παπαρούνας στις κρέμες των μωρών, σαν φάρμακο για τις παιδικές ασθένειες.

Παράλληλα, οι σπόροι του νοστιμίζουν ψωμιά και γλυκά από πολύ παλιά, όταν εκλεκτές πίτες από παπαρουνόσπορους, αλεύρι και μέλι σερβιρίζονταν στα τραπέζια των πλούσιων Ρωμαίων και ψωμιά –οι μακωνίδες άρτοι– αποτελούσαν καθημερινή διατροφική συνήθεια στην αρχαιότητα.

Και αν κάποτε οι παπαρούνες πλημμύριζαν τα χωράφια και τα λιβάδια, στις σύγχρονες πόλεις, όπου κυριαρχεί το τσιμέντο και το καυσαέριο, σίγουρα δεν υπάρχει χώρος γι’ αυτό το εύθραυστο λουλούδι που σκορπίζει τα πέταλά του στο πρώτο φύσημα του αέρα, κρατώντας τους σπόρους του κάτω απ’ το χώμα.

Οσο για τη δική μου παπαρούνα, όταν την είδα, πλησίασα και άγγιξα τα πέταλά της δειλά, νιώθοντας το σκίρτημά τους στις άκρες των δαχτύλων μου. «Ενα λουλούδι κρυμμένο για όλους τους άλλους, που φύτρωσε μέσα στο περιβόλι του θανάτου», μονολογούσε ο λοχίας Κωστούλας στο μυθιστόρημα «Η Ζωή εν τάφω» του Στράτη Μυριβήλη, «μια παπαρούνα που μ’αυτήν μου αποκαλύφθηκε απόψε ο Θεός».

Μια παπαρούνα που μ’αυτήν ξαναγύρισα στα παιδικά μου χρόνια, τότε που παίζαμε ξέγνοιαστοι στα χωράφια και στις αλάνες, φτιάχναμε τούρτες από λάσπη, τις στολίζαμε με τα κόκκινα πέταλα και ο κόσμος γινόνταν πυρκαγιά κι έκαιγε τις νύχτες κάτω απ’ τα μαξιλάρια μας.

*σκηνοθέτρια- παραγωγός