Εγραφε πριν από μερικές μέρες ο Νίκος Μουζέλης («Βήμα», 20 Μαρτίου) πως «ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής θα είναι μαζί μας για πολλά χρόνια ακόμη». Στην παρούσα στιγμή αποτελεί ανυπέρβλητη πραγματικότητα.
Συνεπώς, η μόνη ρεαλιστική δυνατότητα που έχουν όσοι προβληματίζονται με τα πολλά κακά της εποχής είναι να επιχειρήσουν άλλη μια προσπάθεια εξανθρωπισμού του καπιταλισμού.
Οτιδήποτε άλλο -και ιδίως η στρατηγική της «Ακρας Αριστεράς» για άμεση ανατροπή του συστήματος- συνιστά σχεδόν ασυναρτησία, στο μέτρο που ο συσχετισμός δυνάμεων σε παγκόσμιο επίπεδο είναι συντριπτικά σε βάρος των αντικαπιταλιστικών δυνάμεων.
Με δυο λόγια, η άποψή του είναι πως στην πραγματικότητα δεν υφίσταται δίλημμα μεταξύ ανατροπής και «κατά δύναμιν» επιδιόρθωσης – μόνο το δεύτερο αποτελεί πραγματική επιλογή. Η ανασυγκρότηση της σοσιαλδημοκρατίας και η δράση της σε μεταεθνικό επίπεδο αποτελεί μονόδρομο, την ΤΙΝΑ όσων επιδιώκουν σχετικά φιλολαϊκές εξελίξεις.
Προκειμένου, μάλιστα, να διευκρινίσει τη θέση του, φρόντισε από την αρχή να διαχωριστεί από προσεγγίσεις στο πλαίσιο της Αριστεράς που θεωρούν πως η ταχεία κατάρρευση του καπιταλισμού είναι πολύ πιθανή, με χαρακτηριστική αυτήν του Βόλφγκανγκ Στρέεκ.
Ο τελευταίος έχει ισχυριστεί πρόσφατα(1) πως ο καπιταλισμός βρίσκεται στα όρια της κατάρρευσης, στην πραγματικότητα, λόγω του ίδιου του εαυτού του, λόγω της απόλυτης κυριαρχίας του, ενός overdose της παρουσίας του.
Ο καπιταλισμός εξαιτίας ακριβώς της συντριπτικής του κατίσχυσης, ως πανταχού παρών και πάντα πληρών πλέον είναι που γίνεται εξαιρετικά τρωτός και ανισόρροπος.
Η ιδέα του Στρέεκ είναι ενδιαφέρουσα –αν και όχι πρωτότυπη. Η έλλειψη ουσιαστικής αντιπολίτευσης κάνει το σύστημα πολύ ευάλωτο, εφόσον του στερεί τη δυνατότητα να προστατευτεί από τον ίδιο του τον εαυτό, από το να αυτοκανιβαλιστεί.
Οσο υπήρχε ισχυρή αντισυστημική αντιπολίτευση το εμπόδιζε π.χ. να καταστρέψει τα απαραίτητα μη-καπιταλιστικά του στηρίγματα, την εμπιστοσύνη, την εντιμότητα, την καλή πίστη, την έμπρακτη απαξίωση της απληστίας από την πλειονότητα των ανθρώπων.
Το εμπόδιζε, δηλαδή, να επιβάλλει στο έπακρο τις αξίες του, που είναι ακραία ατομικιστικές και συμφεροντολογικές, τόσο που να είναι αδύνατο για οποιαδήποτε κοινωνία να λειτουργήσει αν τις ενστερνίζεται η πλειονότητα του πληθυσμού.
Καμιά κοινωνία κανιβάλων δεν πρόκοψε μακροχρόνια. Ούτε και ο καπιταλισμός θα τα καταφέρει.
Το γεγονός πως, εδώ και κάποιες δεκαετίες, έχει καταλάβει και εμπορευματοποιήσει τα πάντα –τη γη, το χρήμα, την εργασιακή δύναμη σε απόλυτο βαθμό- οδηγεί σε μια κατάσταση από τη μία εξάντλησης και από την άλλη χάους.
Η ανεξέλεγκτη χρηματοπιστωτική σφαίρα, η αδυναμία κοινωνικής αναπαραγωγής μέσω της ακραίας επίτασης των ανισοτήτων, η οικολογική διακινδύνευση είναι πλευρές αυτής της, διαρκούς πια, συνθήκης.
Δείκτης των δομικών αδιεξόδων του συστήματος είναι η σημερινή κατάσταση των πραγμάτων. Και, ακόμη περισσότερο, οι λύσεις που προτείνουν οι καθεστωτικοί διανοούμενοι και πολιτικοί, από τους Αμερικανούς οικονομολόγους όλων των ποικιλιών μέχρι τις κεντρικές τράπεζες.
Το σύνθημα του Σάμερς, «Ζήτω οι φούσκες», στο μέτρο που τίποτε δεν φαίνεται ικανό να βάλει σε κίνηση τις παραγωγικές επενδύσεις, είναι το κοινό σημείο συμφωνίας όλων των διαμορφωτών καπιταλιστικής πολιτικής. Γι’ αυτό και, μετά την, από κάθε άποψη, «αντιδεοντολογική» για πεπεισμένους φιλελεύθερους κρατική διάσωση των τραπεζών –η μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση όλων των εποχών- το 2008, είχαμε την εφαρμογή της ποσοτικής χαλάρωσης και τον μηδενισμό των επιτοκίων.
Ενέργειες, οι οποίες απλώς μετέθεσαν την επίλυση του προβλήματος στο μέλλον και «βλέπουμε». Για να φτάσουμε πλέον στην επιλογή αρνητικών επιτοκίων από την Ιαπωνία, την Ελβετία και τη Σουηδία –την επιλογή, δηλαδή, ο δανειζόμενος όχι μόνο να μην πληρώνει για το κεφάλαιο που δανείζεται, αλλά να επιδοτείται κιόλας.
Και από εκεί στην πρόταση για helicopter money, που πάει να πει την εγγραφή στους λογαριασμούς όλων των πολιτών ενός δωρεάν παρεχόμενου ποσού, με την ελπίδα πως θα το δαπανήσουν, ενισχύοντας έτσι την ασθμαίνουσα ζήτηση.
Ολοι ξέρουν πως ούτε αυτά θα αποτελέσουν υπέρβαση της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Και πολλοί φοβούνται πως η γνωστή από την Ιστορία απάντηση μέσω της καταστροφής του κόσμου, όπως υπήρξαν οι παγκόσμιοι πόλεμοι του 20ού αι., ίσως δεν είναι μακριά στον χρόνο. Οι πρόσφατες πολιτικές εξελίξεις μοιάζουν με προεόρτια τέτοιων εξελίξεων.
Φαίνεται να σημαίνουν «Μεσάνυχτα στον αιώνα», για να θυμηθούμε και τον τίτλο του σχετικού απελπισμένου μυθιστορήματος του Βικτόρ Σερζ, από το όχι πολύ μακρινό 1939.
Αν είναι βάσιμα τα παραπάνω θεωρώ πως καμιά επιδιορθωτική, εξανθρωπιστική ή διαχειριστική σοσιαλδημοκρατική πρόταση δεν είναι ρεαλιστική. Πολύ περισσότερο που η σύγχρονη σοσιαλδημοκρατία είναι πεπεισμένη υποστηρίκτρια των εφαρμοζόμενων ήδη «λύσεων», πιο σύστημα από το σύστημα.
Σε τόσο οριακές -δομικά «κακές»- συνθήκες μόνο ριζικές λύσεις έχουν τύχη. Ξέρουμε, βέβαια, πια καλά πως η νίκη του σοσιαλισμού κάθε άλλο παρά αναπόφευκτη είναι. Η συστημική κατάρρευση είναι πολύ πιθανό να οδηγεί σε έκπτωση στη βαρβαρότητα.
Θα υπάρξουν ριζικές λύσεις; Η Ιστορία του μέλλοντος θα μας το πει. Από την οπτική του παρόντος, πάντως, νομίζω πως είναι όλο και περισσότερο εμφανές πως μόνο τέτοιες λύσεις είναι ορθολογικά νοητές.
(1) Βλ., μεταξύ άλλων, How will capitalism end?, New Left Review 87
* οικονομολόγος-εκπαιδευτικός
