Τα δεδομένα που έχουμε στα χέρια μας εμείς οι πολίτες στην ελληνική πολιτική κοινωνία είναι όλα όσα ακούγονται και λέγονται στη δημόσια σφαίρα. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι ακριβώς γίνεται στα δείπνα και στις συνεστιάσεις πίσω από τις κλειστές πόρτες.
Τα δεδομένα λοιπόν αυτά σε σχέση με την περιώνυμη «υπόθεση Μουζάλα» έχουν ως εξής: πρώτον, ο υπουργός Μουζάλας σε τηλεοπτική διαβούλευση ονόμασε το κράτος των Σκοπίων «Μακεδονία».
Δεύτερον, ο πρόεδρος των ΑΝ.ΕΛΛ. Πάνος Καμμένος ζήτησε την παραίτησή του και έθεσε το μείζον θέμα της συνεργασίας του κόμματός του με το κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ σε κυβερνητικό επίπεδο στον πρωθυπουργό.
Οποιος συμφωνεί μ’ αυτή την εμπειρική έκθεση των δεδομένων μπορεί να ακολουθήσει τα βήματά μας στην περαιτέρω πολιτική ανάλυση. Σ’ όλους τους πολίτες και όχι μόνο στους ψηφοφόρους των δύο κομμάτων που συνεργάζονται σε κυβερνητικό επίπεδο είναι γνωστό ότι η συνεργασία τους δεν είναι πολιτική.
Εάν υποθέσουμε ότι έχουμε μπροστά μας την κυβερνητική συνεργασία ανάμεσα στους Χριστιανοδημοκράτες της Μέρκελ από τη μία και τους Σοσιαλδημοκράτες του Γκάμπριελ από την άλλη στη Γερμανία και θα θέλαμε να συγκρίνουμε τον γερμανικό κυβερνητικό συνασπισμό με τον αντίστοιχο ελληνικό, θα διαπιστώναμε ότι η απόσταση είναι τεράστια και ισοδυναμεί με την απόσταση ανάμεσα στη Γη και τη Σελήνη.
Ολοι οι πολίτες και όλα τα πολιτικά κόμματα της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας διαπιστώνουν διά γυμνού οφθαλμού ότι ανάμεσα στους δύο κυβερνητικούς εταίρους, τον ΣΥΡΙΖΑ και τους ΑΝ.ΕΛΛ., κάτι δεν πάει καλά. Και αυτό που δεν πάει καλά είναι η απουσία κυβερνητικού συμβολαίου ανάμεσα στις δύο κομματικές συλλογικότητες, οι οποίες συνεργάζονται σε κυβερνητικό επίπεδο.
Η «υπόθεση Μουζάλα» επιτέλους θέτει επί τάπητος το μείζον θέμα της πολιτικής θεμελίωσης της κυβερνητικής συνεργασίας. Εάν αυτό το κοινωνικό και πολιτικό αίτημα δεν ικανοποιηθεί κατά τους επόμενους μήνες των κυβερνητικών αλλαγών, ο ίδιος ο πρωθυπουργός θα είναι δέσμιος προ-πολιτικών χειρισμών από την πλευρά του κυρίου Καμμένου.
Η «υπόθεση Μουζάλα» τελικά δεν αφορά ούτε τον υπουργό Μουζάλα ούτε την ονομασία του κράτους των Σκοπίων ως «Μακεδονίας». Αναφέρεται πρωτίστως στην ίδια τη συγκροτησιακή δομή της κυβέρνησης, η οποία καλείται στις συνθήκες της πολυπλοκότητας να ενεργεί και να πράττει πολιτικά.
Ο εταίρος της κύριος Καμμένος διέπραξε μείζον πολιτικό λάθος. Το λάθος του μπορεί να διορθωθεί, μόνον εάν και εφόσον αποδεχθεί να υπογράψει συμφωνία κυβερνητικής συνεργασίας, η οποία θα είναι πολιτική.
Η «υπόθεση Μουζάλα» για κάθε πολιτική κοινωνία η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως κοινωνία του πολιτικού διαφωτισμού «μεταφράζεται» σε «υπόθεση Καμμένου». Με άλλα λόγια τι ζητάει ένα προ-πολιτικό άτομο, το οποίο έχει αποκτήσει το προσωπείο της κομματικής συλλογικότητας και το οποίο συμμετέχει στην άσκηση της κυβερνητικής εξουσίας και αποκτά το δικαίωμα να εκβιάζει τον πρωθυπουργό της χώρας;
Στο ερώτημα αυτό καλούνται να απαντήσουν: Πρώτον ο κύριος Καμμένος. Από την απάντηση την οποία θα δώσει επιτέλους θα αυτοπροσδιοριστεί ως πολιτικός δρων. Δεύτερον, ο ίδιος ο πρωθυπουργός, ο οποίος συνεργάζεται με προ-πολιτικά άτομα. Και τρίτον, η ίδια η πολιτική κοινωνία, η οποία βιώνει μετά την οικονομική κρίση και την προσφυγική έκρηξη, πράγματα που την οδηγούν στα όρια της υπαρκτικής της κατάστασης.
*καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
