O Κλάουντιο Μάγκρις σε μια ιστορική παρέκβαση του λογοτεχνικού οδοιπορικού του στον Δούναβη, από το ομώνυμο βιβλίο του, παρατηρώντας τα απομεινάρια του άλλοτε ισχυρού ρωμαϊκού limes, φαντάζεται τον χωρικό του Μεσαίωνα να στέκεται απορημένος μπροστά στην πέτρινη γραμμή των ερειπωμένων κάστρων και οχυρώσεων, που κάποτε ορθώνονταν απειλητικά και αγέρωχα κατά μήκος του μεγάλου ποταμού.
Η ίδια η ιδέα του limes, το οποίο προσδιόριζε το βόρειο σύνορο της Αυτοκρατορίας μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, ήταν για εκείνον κάτι το αδιανόητο, το εξωανθρώπινο – έργο μυστηριακών δυνάμεων.
Αγνοια για το σύνορο του Δούναβη και τον πέραν εκείνου κόσμο είχαν και οι περισσότεροι συγγραφείς της Aρχαιότητας -Ελληνες και Λατίνοι-, καθώς η εκείθεν του ποταμού περιοχή αποτελούσε terra incognita.
Ο ποταμός λειτουργούσε στη συνείδησή τους ως φράγμα που χώριζε τη βαρβαρότητα από τον πολιτισμό. Από πολλούς συγγραφείς της ρωμαϊκής περιόδου διατυπώνεται ρητά ο χαρακτήρας των ποταμών ως φυσικών και πολιτικών συνόρων εντός των οποίων περικλείεται, προστατευμένη, η επικράτεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.
Ο στωικός ωστόσο, Σενέκας, στο έργο του Naturales Quaestiones, όχι μόνο αμφισβητεί αλλά και διακωμωδεί την ύπαρξη συνόρων μεταξύ των ανθρώπων. Αντίθετα, ο εξόριστος στον Πόντο ποιητής Οβίδιος χαρακτηρίζει τον Δούναβη «βάρβαρο» και «συνωμότη», γιατί τα παγωμένα νερά του διευκολύνουν το πέρασμα των βαρβάρων στη νότια όχθη του.
Η σύγχυση και η αντιφατικότητα των ανθρώπων της ρωμαϊκής εποχής για τα σύνορα και τις δυνατότητες ή τις αδυναμίες τους να προστατεύσουν τα εδάφη της Αυτοκρατορίας, διακρίνονται σαφέστερα στις ενέργειες των αυτοκρατόρων Τραϊανού και Αδριανού. Κατά τον Δίωνα Κάσσιο, ο πρώτος έκτισε πέτρινη γέφυρα πάνω στον Δούναβη για τη μεταφορά στρατιωτών που θ’ αποτρέπουν λαθραίες διελεύσεις βαρβάρων στα ρωμαϊκά εδάφη, ενώ ο δεύτερος την κατέστρεψε, φοβούμενος μήπως οι βάρβαροι τη χρησιμοποιήσουν για να εισβάλουν στα εδάφη της Αυτοκρατορίας.
Αργότερα, όταν κύματα μεταναστευτικών λαών κατέκλυζαν τις βορειοδουναβικές περιοχές αναζητώντας διέξοδο για την επιβίωσή τους, ο αυτοκράτορας Αυρηλιανός εγκατέλειψε τη ρωμαϊκή επαρχία Δακία και όρισε το σύνορο νοτιότερα, στη γραμμή του Δούναβη, ενισχύοντας τις οχυρώσεις του. Στόχος των Ρωμαίων δεν ήταν να κατακτήσουν και να ενσωματώσουν τους ξένους στη ρωμαϊκή κοινωνία αλλά να τους αναχαιτίσουν και να τους απωθήσουν πέραν και μακράν των συνόρων.
Η Αυτοκρατορία είχε οριστικά εισέλθει στη λεγόμενη «μεγάλη κρίση του τρίτου αιώνα». Η πολιτική αστάθεια, η εξασθένηση των θεσμών, η υποχώρηση του αμυντικού συστήματος, η νομισματική κατάρρευση και η έκπτωση αρχών και αξιών, σηματοδότησαν την παρακμή της, προοιωνίζοντας τη νέα εποχή. Στα τέλη του 3ου και σε όλη τη διάρκεια του 4ου αιώνα, οι διελεύσεις του δουναβικού συνόρου από λαούς και έθνη που συνωθούνταν στη βόρεια όχθη του ποταμού εντάθηκαν και νέοι λαοί κατέφθαναν στις βόρειες επαρχίες της Αυτοκρατορίας.
Η νέα κατάσταση που διαμορφώθηκε στον άγνωστο έως τότε Βορρά ευαισθητοποίησε και κινητοποίησε τους πολιτικούς και πνευματικούς κύκλους της Αυτοκρατορίας, προκαλώντας αντιδράσεις, αντιθέσεις και αντικρουόμενες πολιτικές πρακτικές. Η παραδοσιακή ιδεολογία περί διατήρησης της ρωμαιϊκότητας της Αυτοκρατορίας συγκρούστηκε σφοδρά με τις νεωτερικές ρεαλιστικές αντιλήψεις αυτής της μεταβατικής περιόδου.
Η αντίσταση των εκπροσώπων της ρωμαϊκής ακεραιότητας και η αμφίθυμη συχνά στάση των ηγετών του ανατολικού τμήματος της Αυτοκρατορίας εγκλώβισαν τα γοτθικά προσφυγικά φύλα και άλλα έθνη, για δεκαετίες, στις εξασθενημένες οικονομικά και κατεστραμμένες από τους πολέμους βόρειες επαρχίες της Θράκης, προκαλώντας σειρά αντιδράσεων στις τάξεις της πολιτικής και στρατιωτικής διοίκησης και στους κόλπους της τοπικής κοινωνίας.
To προσφυγικό ζήτημα όξυνε έτι περαιτέρω τις σχέσεις Ανατολικής και Δυτικής Αυτοκρατορίας. Εγινε εργαλείο και όπλο στον σκληρό πολιτικό ανταγωνισμό τους, ο οποίος εκδηλωνόταν με ενέργειες που στρέφονταν σαφώς εναντίον αλλήλων.
Το πλήθος των προσφύγων, διαρκώς διογκούμενο από νέες μεταναστευτικές ομάδες, που περνούσαν τον Δούναβη, και υποκινούμενο με ποικίλους τρόπους, βρισκόταν σε μια αέναη μετακίνηση στον ταλαιπωρημένο από τους πολέμους χώρο της Βαλκανικής, που αδυνατούσε να το αφομοιώσει και να το εντάξει στους κόλπους της. Αποτέλεσε τον πιο ισχυρό κρίκο στην αλυσίδα των αλληλοϋπονομεύσεων και των αντικρουόμενων πολιτικών στρατηγικών των εκπροσώπων των δύο partes, αλυσίδα που περιέσφιξε και συνέθλιψε τελικά την ενότητα της ίδιας της Αυτοκρατορίας.
Οι ίδιοι οι πρόσφυγες, εγκλωβισμένοι στις άγονες και κατεστραμμένες επαρχίες του Δούναβη, αναζητούσαν απεγνωσμένα τρόπους φυγής προς την πλούσια αλλά φθίνουσα πολιτικά και στρατιωτικά Δύση. Επωφελούμενοι από την οξύτατη πολιτική αντιπαράθεση και τη διαφαινόμενη διάσπαση των δύο τμημάτων της ενιαίας ακόμη Αυτοκρατορίας, εξεγέρθηκαν. Υπό την ηγεσία του δυναμικού ηγέτη Αλάριχου, επικεφαλής μιας πολυεθνικής συνομοσπονδίας, περιπλανήθηκαν σε ολόκληρη τη Βαλκανική για μία δεκαπενταετία.
Παρακάμπτοντας την κλασική διαδρομή προς τη Δύση, απ’ όπου ήταν δύσκολο να περάσουν, κατευθύνθηκαν στον Νότο και διατρέχοντας ολόκληρη την ηπειρωτική Ελλάδα (Μακεδονία, Θεσσαλία, Στερεά, Πελοπόννησο) έφτασαν στην Ηπειρο και το Ιλλυρικό, απ’ όπου ξεκίνησαν τη μοιραία πορεία προς τη Δύση.
Και καθώς «όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στη Ρώμη», άλωσαν τελικά την «αιωνία πόλη» το 410, εγκαινιάζοντας ουσιαστικά τη σταδιακή κατάλυση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και σηματοδοτώντας τον επερχόμενο Μεσαίωνα. Κατά τους δύο επόμενους αιώνες τα σύνορα του Ρήνου και του Δούναβη κατέρρευσαν από τις συνεχείς διελεύσεις μεταναστευτικών λαών που εγκαθίσταντο στα εδάφη της Αυτοκρατορίας, ενώ οι μεγάλοι ποταμοί απώλεσαν οριστικά την έννοια και τον ρόλο που τους είχαν προσδώσει οι Ρωμαίοι.
* διευθύντριας ερευνών, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών
