Από τη σκοπιά της δημοκρατικής διαβούλευσης, και η χτεσινή Σύνοδος Κορυφής για το προσφυγικό ανέδειξε στο έπακρο δύο αξεδιάλυτα γνωρίσματα της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας, το έλλειμμα δημοκρατίας σε εθνικά ή υπερεθνικά κέντρα λήψης αποφάσεων και την άγρια επιβολή του homo economicus τόσο στο σκέλος της παραγωγής (υποδομής), όσο και στη σφαίρα της ιδεολογίας (εποικοδομήματος).
Η ύπαρξη έτοιμου προσχεδίου συμπερασμάτων από τις χώρες του Βίζεγκραντ πριν καν αρχίσει η Σύνοδος Κορυφής(!) συνιστά αμάχητο τεκμήριο αντιδημοκρατικότητας και αδυναμίας μεταρρύθμισης της Ένωσης, ακόμα και ως προς τον τρόπο λήψης αποφάσεων, ως προς την τήρηση μιας στοιχειώδους διαφάνειας και νομιμοφάνειας. Η Ε.Ε εμφανίζει όλο και περισσότερο γνωρίσματα, τα οποία, κατά τη θεωρία των συστημάτων (Luhmann), την κατατάσσουν στα κλειστά, αυτοαναφορικά, μη μεταρρυθμίσιμα συστήματα (όπως ήταν άλλωστε πριν την πλήρη αποδόμησή του και ο μεγάλος ιδεολογικός αντίπαλος, η Σοβιετική Ένωση).
Το χτεσινό παράλληλο debate (Σύνοδος Κορυφής και Eurogroup) συνιστά κατ’ ουσίαν θεσμική αποδοχή της (ανήθικης) πρότασης, που πρωτοδιατυπώθηκε σε άρθρο των Financial Times στις 25 Ιανουαρίου (“Greek debt is the key to the refugee crisis”), να συνδεθεί η διαχείριση των προσφυγικών ροών με το κλείσιμο της αξιολόγησης και το άνοιγμα της συζήτησης για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους. Πρόκειται για την πιο ξεκάθαρη αποτύπωση της ηγεμονίας του homo economicus, της θυσίας αρχών, αξιών, ιδεών, ακόμα και θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων (π.χ Σύμβαση της Γενεύης για τους πρόσφυγες) στο βωμό της επόμενης δόσης και της ανταγωνιστικότητας.
Πάντως, ακόμα κι από τη σκοπιά οικονομικής ανάλυσης της διαπραγμάτευσης (θεωρία της ορθολογικής επιλογής ή ανάλυση κόστους-οφέλους), ακόμα κι αν ενδώσουμε στον (ανήθικο) πειρασμό να σταθμίσουμε θεμελιώδη δικαιώματα με χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις, η ζυγαριά γέρνει σαφώς προς την επιδείνωση της ανθρωπιστικής κρίσης. Προτού λοιπόν η μνημονιακά μεταλλαγμένη ελληνική κυβέρνηση σπεύσει να θριαμβολογήσει, επινοώντας και αναπαράγοντας το δικό της success story, ας συλλογιστεί τους ανυπέρβλητους σκοπέλους που καλείται να υπερπηδήσει (ή ορθότερα να ποδοπατήσει), για να κερδίσει μια αόριστη υπόσχεση (συζήτηση για την επιμήκυνση της περιόδου διευθέτησης του μη βιώσιμου χρέους). Αξίζει άραγε το πιο καίριο πλήγμα στον αναδιανεμητικό χαρακτήρα της κοινωνικής ασφάλισης, η απελευθέρωση των πλειστηριασμών πρώτης κατοικίας, η περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, η υπερφορολόγηση κάθε παραγωγικής δραστηριότητας και ,το κυριότερο, η μετατροπή της χώρας σε απέραντη αποθήκη ανθρώπων με αντάλλαγμα λίγα ψίχουλα επιβράβευσης από το “κουαρτέτο”;
Μετά την (απαραίτητη) ανίχνευση πτυχών της νεοφιλελεύθερης ηγεμονίας και στη χτεσινή Σύνοδο Κορυφής, είναι η κατάλληλη στιγμή για να ερμηνεύσουμε τα συμφραζόμενα του “κοινού ανακοινωθέντος”. Αφού στην εκάστοτε κυρίαρχη αφήγηση είναι τόσο διαδεδομένες οι ιατρικές παρομοιώσεις για την (ταξικά μεροληπτική) περιγραφή της κοινωνικοοικονομικής πραγματικότητας (π.χ “ο ασθενής στο γύψο” επί Χούντας, “η χορήγηση φαρμάκου στον ασθενή” επί μνημονιακής διαχείρισης της κρίσης), θα χρησιμοποιήσω μια τέτοιου τύπου παρομοίωση για τη χτεσινή απόφαση των ηγετών της Ε.Ε. Ακόμα κι αν εφαρμοστούν στο ακέραιο οι (γενικόλογες) δεσμεύσεις που ανέλαβαν τα συμβαλλόμενα μέρη, θα πρόκειται για χορήγηση ασπιρίνης σε ασθενή που βρίσκεται στο τελικό στάδιο του καρκίνου. Και οι ασθενείς της υπόθεσης είναι δύο, σε θεσμικό επίπεδο η (εθνικιστικά διαιρεμένη) Ένωση και σε προσωπικό επίπεδο οι πρόσφυγες που περιμένουν καρτερικά σε υπαίθριους χώρους να αποφασίσουν πίσω από κλειστές πόρτες οι πολιτικά υπεύθυνοι για το αν θα πέσουν τα υπάρχοντα τείχη ή θα υψωθούν νέα.
Πρόκειται για άλλη μια αναβολή λίγο πριν το τέλος, για άλλη μια προκλητική αγνόηση της κλεψύδρας που αδειάζει, για άλλη μια υποκριτική παράσταση δήθεν αποφασιστικότητας, από την οποία λείπει εκκωφαντικά το κοινό πνεύμα, η στρατηγική στόχευση και μια στοιχειώδης διάθεση αναμέτρησης με το πρόβλημα στη ρίζα του.
Ένα κοινό ανακοινωθέν για το προσφυγικό, το οποίο αναλώνεται σε μεγαλόστομες διακηρύξεις περί σύγκρουσης με τα κυκλώματα παράνομης μετανάστευσης, είναι καταδικασμένο να αποτύχει, διότι διαστρέφει τη φύση του ζητήματος. Δεν υπάρχει ούτε μια αναφορά (πόσο μάλλον δέσμευση) στο κείμενο της Συνόδου Κορυφής στις δύο εστίες-πηγές του προσφυγικού δράματος και του διπλωματικού πόκερ εντός κι εκτός Ευρώπης, στη Συρία (το σκηνικό της πολεμικής σύρραξης) και την Ειδομένη (το σκηνικό της σύγκρουσης μεταξύ αλληλεγγύης και ξενοφοβίας). Λάμπει διά της απουσίας του έστω και ο παραμικρός αναστοχασμός για το “Δουβλίνο”, η παραμικρή επιχειρηματολογία υπέρ ή κατά των ανοιχτών συνόρων, η πρόθεση αναζήτησης ασφαλών διόδων για τα μαζικά καραβάνια των προσφύγων.
Έτσι, μια Σύνοδος Κορυφής, η οποία φιλοδοξούσε να οικοδομήσει μια κοινή γραμμή των κρατών-μελών της Ένωσης, κατέληξε σε μια ετεροβαρή διμερή σύμβαση του πιο αδύναμου κρίκου της διαρρηγμένης κοινοτικής αλυσίδας (Ελλάδα) με την Τουρκία. Το παζάρι και αλισβερίσι με τον αυταρχικό Σουλτάνο είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε αθέτηση των συμβατικών υποχρεώσεων εκ μέρους της Τουρκίας, σε ακόμα πιο προνομιακή (για τον Ερντογάν) επόμενη Σύνοδο Κορυφής και σε (ακόμα πιο) εθνικιστική αναδίπλωση των κρατών της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης. Το “it’s implementation, stupid” και το “pacta sunt servanda” λειτουργούν μονάχα ως φόβητρο για τους πιο αδύναμους κρίκους μιας (άνισα διαρθρωμένης και πρακτικά διαρρηγμένης) αλυσίδας. Στην ουσία, οι συμφωνίες προορίζονται να σπάνε ανάλογα με τα εκάστοτε συμφέροντα των ισχυρών παικτών της διαπραγμάτευσης, των “ζώων που είναι πιο ίσα από τα υπόλοιπα”.
Η Ε.Ε προσπαθεί σπασμωδικά, χωρίς σχέδιο και όραμα, δίχως πρόθεση πραγματικής ολοκλήρωσης, να φτιάξει όπως-όπως ένα κοινό εξωτερικό σύνορο. Επιχειρεί να διαφυλάξει πάση θυσία την ηγεμονία της με συμβολισμούς-ημίμετρα (κοινό νόμισμα, κοινό σύνορο), με αντάλλαγμα να απωλέσει τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά μιας (συναινετικά νομιμοποιημένης) κυρίαρχης οντότητας. Οι επιτεινόμενοι ανταγωνισμοί μεταξύ των κρατών-μελών, η αντιμετώπιση των προσφύγων σαν απλών αριθμών σε μια δυσεπίλυτη εξίωση και η απουσία κοινής εξωτερικής πολιτικής, άμυνας και ασφάλειας δηλητηριάζουν a priori κάθε ενοποιητικό εγχείρημα.
Οι ισχυροί παίκτες της Ένωσης δεν διστάζουν να συμπεριφερθούν προνομιακά απέναντι σε ένα (αντιδημοκρατικό) μη μέλος, την Τουρκία, υπονομεύοντας παράλληλα με τη στάση τους ένα εν ενεργεία μέλος του σαθρού οικοδομήματος, την Ελλάδα. Η Τουρκία έχει λαμβάνειν ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό αναλαμβάνοντας μια αόριστη υπόσχεση-ευχολόγιο (τη γενική κι αφηρημένη δέσμευση να εμποδίζει τις ροές των παράνομων μεταναστών και να μεριμνά για την επανεγκατάσταση όσων δεν πληρούν το status πρόσφυγα και τις προϋποθέσεις ασύλου). Η Ελλάδα, αντίθετα, αναλαμβάνει όλο και πιο επώδυνες, χειροπιαστές take it or leave it δεσμεύσεις (στο προσφυγικό και στο δημοσιονομικό) με αντάλλαγμα μια εντελώς αόριστη υπόσχεση (απλή συζήτηση για την αξιολόγηση, τη βιωσιμότητα του χρέους, τη χρηματοδότηση, τη διαχείριση των προσφυγικών ροών).
Η συμπερίληψη της ανάγκης διατήρησης του κοινού χώρου Σένγκεν στο τελικό κείμενο της Συνόδου Κορυφής δεν είναι τίποτε άλλο από έναν γίγαντα με πήλινα πόδια. Οι υλικοί, θεσμικοί και ιδεολογικοί άξονες, που νοηματοδοτούν μια ζώνη ελεύθερης κυκλοφορίας προσώπων, είναι είδος υπό εξαφάνιση στη σημερινή Ευρώπη, όπως αποδεικνύει πιο ξεκάθαρα κι επώδυνα από ποτέ η προσφυγική τραγωδία.
Η ενστικτώδης ικανοποίηση λούμπεν, μικροαστικών συντηρητικών κοινωνικών στρωμάτων και η αναδίπλωση της ιδεολογίας στο στενό, μυωπικό ορίζοντα των εθνών-κρατών καθιστούν τη ζώνη Σένγκεν κενή περιεχομένου.
Μια Σύνοδος Κορυφής για το προσφυγικό κατέληξε στη διατύπωση συμπερασμάτων για την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης. Πρόκειται για σύγχυση μεταξύ δύο σημαντικών, αλλά όχι ταυτόσημων, προκλήσεων-δοκιμασιών για την ευρωπαϊκή ιδέα. Η καθεστωτική νομιμοποίηση της ακροδεξιάς αφήγησης (είτε με “φιλελεύθερο”, είτε με “χριστιανοδημοκρατικό”, είτε με “σοσιαλδημοκρατικό” προσωπείο) οδηγεί σε ένα βαρέλι δίχως πάτο. Ακόμα κι αν οι “ρεαλιστές” αρχηγοί κρατών-μελών της Ένωσης απέβαλαν και το έσχατο φύλλο συκής (“νομιμοφάνεια” και “δημοκρατία”) και υιοθετούσαν τη νεοναζιστική αφήγηση ότι δήθεν οι πρόσφυγες είναι τζιχαντιστές που απειλούν τις δυτικές και χριστιανικές αξίες, αυτό δεν θα τους χάριζε την απλόχερη ψήφο των πιο συντηρητικών τμημάτων του (ανύπαρκτου) “ευρωπαϊκού δήμου”. Σε εποχές πολύπλευρων κρίσεων, τα μικροαστικά στρώματα γοητεύονται τυφλά από τον αυθεντικό, τον πιο τσαμπουκαλεμένο εκφραστή μιας εθνικιστικής Μεγάλης Ιδέας (π.χ φασισμός, ναζισμός, ακροδεξιά) κι όχι από όσους επιχειρούν να αλιεύσουν τη χαμένη νομιμοποίηση σε θολά, απολιτικά, εθνολαϊκιστικά νερά.
Συμπερασματικά, η Σύνοδος Κορυφής ήταν άλλη μια χαμένη ευκαιρία, επιβεβαίωσε θεσμικά τη συνέχιση του μαρτυρίου της σταγόνας, προσανατολίστηκε στην υιοθέτηση προσεκτικά, διπλωματικά επιλεγμένων λέξεων αντί για την ανάληψη κοινών δράσεων. Η αντίστροφη μέτρηση για την αποδόμηση μιας κατά φαντασία Ένωσης έχει ήδη αρχίσει. Όσοι δεν εκφραζόμαστε ή απεχθανόμαστε το σάπιο βασίλειο της τεχνοκρατικής Δανιμαρκίας, ας μη θριαμβολογούμε πάντως. Η αναδίπλωση στα σιδηρόφρακτα τείχη των εθνών-κρατών είναι εξαιρετικά πιθανό να φέρει περισσότερη βία, απανθρωπιά, ιμπεριαλισμό, μισαλλοδοξία, φόβο, περισσότερη προσφυγιά σε έναν κόσμο θεόκλειστων συνόρων. Η μεσοπολεμική “εποχή των τεράτων” πλησιάζει απειλητικά να συγκρουστεί σαν μετεωρίτης με τον μεταμοντέρνο, ιδιοτελή και κλειστοφοβικό μικρόκοσμό μας.
Πράγματι μαίνεται, σφοδρά κι ανειρήνευτα, μια μάχη χαρακωμάτων. Δεν είναι, όμως, μια μάχη μεταξύ Δύσης κι Ανατολής, μεταξύ Χριστιανισμού και Ισλάμ, όπως επιβάλλουν να διαφανεί τα συντηρητικά αντανακλαστικά της “φιλήσυχης”, μικροαστικής και θρησκόληπτης κοινωνίας μας. Πρόκειται για έναν ταξικό πόλεμο μεταξύ μιας χούφτας πλούσιων ελίτ και μιας απέραντης μάζας κοινωνικά αποκλεισμένων απανταχού στην οικουμένη, στη Συρία, την Ειδομένη, ακόμα και στις “κοσμοπολίτικες” Βρυξέλλες.
* Δικηγόρος, ΜΔΕ Ιστορίας, Φιλοσοφίας & Κοινωνιολογίας του Δικαίου (ΑΠΘ)
