Γιώργος Μαργαρίτης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Δεν είναι γνωστή, την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, η εξέλιξη του πολέμου στη Συρία. Η αναγγελθείσα «ανακωχή» συνοδεύεται από απίστευτο αριθμό αστερίσκων, υποσημειώσεων, «ερμηνειών» και εξαιρέσεων ώστε θα ήταν μάλλον απίθανο να οδηγήσει σε τερματισμό των στρατιωτικών συγκρούσεων.

Ο πόλεμος είναι υπόθεση «πλεονασμάτων» και από τα τελευταία φαίνεται πως υπάρχει σημαντικό απόθεμα στην περιοχή: η ανοιχτή στήριξη της κυβέρνησης του Ασαντ στη Δαμασκό από τη Ρωσία και οι τελευταίες ημι-επιτυχίες του συνασπισμού που δημιουργήθηκε, προκάλεσαν, για πρώτη φορά έπειτα από πολύ καιρό, ένα ρεύμα εθελοντών προς τις τάξεις των κρατικών ή παρακρατικών στρατιωτικών δυνάμεων του καθεστώτος.

Οι αναπτερωμένες προσδοκίες των Κούρδων κάθε ιδεολογικής και πολιτικής απόκλισης ως προς την δημιουργία κρατικής οντότητας βελτίωσαν σημαντικά τη ροή προσέλευσης νέων μαχητών στις τάξεις τους, ενώ στην άλλη πλευρά σμήνη «μαχητών του Ισλάμ» έσπευσαν και σπεύδουν να πυκνώσουν τις τάξεις του στρατού του «χαλιφάτου» ή άλλων μαχητικών σχηματισμών που ομνύουν στο τζιχάντ.

Οι εικόνες των εθελοντών που περνούν επιδεικτικά τα σύνορα με την Τουρκία για να σπεύσουν στα δοκιμαζόμενα μέτωπα της βόρειας Συρίας είναι ενδεικτικές. 

Το πλεόνασμα των πρόθυμων για πόλεμο ανθρώπων συνοδεύεται από πλεόνασμα οικονομικών μέσων.

Η ποικιλόμορφη υλική στήριξη της κυβέρνησης της Δαμασκού από τη Ρωσία και το Ιράν συναντά την πολύπλευρη στήριξη όλων των αντίπαλων σχηματισμών από τη Σαουδική Αραβία, τα Εμιράτα ή την Τουρκία.

Οι ΗΠΑ και οι λοιποί «δυτικοί» σύμμαχοί τους συμβάλλουν και αυτοί ποικιλόμορφα στη συντήρηση των υλικών προϋποθέσεων του πολέμου. 

Σε τελευταία ανάλυση η «ανακωχή» αφήνει ανοιχτά όλα τα προβλήματα, τα διακυβεύματα, τις αντιθέσεις και τις αντιπαλότητες μέσα και γύρω από τη χώρα.

Επιπλέον τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, εκτός από τον απέναντί τους εχθρό, φαίνεται πως έχουν να αντιμετωπίσουν έναν εξίσου σοβαρό αντίπαλο: τον χρόνο. 

Η έκπτωση της κρατικής δομής της Συρίας -μιας χώρας είκοσι τριών εκατομμυρίων κατοίκων- δημιούργησε ένα στρατηγικό κενό σε μια περιοχή όπου τέμνονται πλήθος γεωπολιτικών συμφερόντων.

Οι ΗΠΑ και ο «δυτικός» συνασπισμός, ο δημιουργός δηλαδή ή έστω ο υποκινητής των ανατρεπτικών εξελίξεων, που βρίσκονται στη ρίζα όλων των κινημάτων τύπου «αραβικής άνοιξης», αποδείχθηκαν, από πολλές πλευρές, ανεπαρκείς στο να μετατρέψουν το κενό που προκάλεσαν σε ελεγχόμενη από αυτούς κατάσταση.

Το προηγούμενο της «αναπροσαρμογής» των Βαλκανίων στη δεκαετία του 1990-2000 αποδείχθηκε δύσκολα εφαρμόσιμο στον κατά πολύ πιο σύνθετο και πολυάνθρωπο αραβικό χώρο. 

Η αδυναμία του δυτικού συνασπισμού έφερε στο προσκήνιο ανταγωνιστές αλλά και ανέδειξε φιλόδοξες περιφερειακές δυνάμεις.

Η Ρωσία ανήκε στους πρώτους, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Ιράν στις δεύτερες. Η παρέμβαση όλων αυτών είχε ως βασικό παρονομαστή τον χρόνο. 

Στη Ρωσία η πολιτική του Πούτιν δέχεται πολύπλευρες οικονομικές και πολιτικές πιέσεις και επείγεται να δώσει απαντήσεις σε αυτές.

Το μόνο ισχυρό εργαλείο που διαθέτει το συγκριτικό πλεονέκτημα σε σχέση με τους αντιπάλους της- είναι οι στρατιωτικές της δυνάμεις, κληροδότημα της σοβιετικής εποχής.

Η τελευταία όμως απέχει ήδη είκοσι πέντε χρόνια και τα κληροδοτήματά της υφίστανται τη φθορά του χρόνου.

Τα πλέον εξελιγμένα πολεμικά αεροσκάφη της Ρωσίας (Su-34 και Su-35) δεν είναι παρά μετεξελίξεις του σοβιετικού Su-27, που σχεδιάστηκε στη δεκαετία του 1980.

Για τη Μόσχα η πολιτική αξιοποίηση του στρατιωτικού εργαλείου πριν αυτό απαξιωθεί από τον χρόνο είναι ένα στοίχημα με πολύ κοντινή ημερομηνία λήξης. 

Στην Τουρκία η κυβέρνηση Ερντογάν επιθυμεί διακαώς να μεταβληθεί σε καθεστώς υποκαθιστώντας τα κεμαλικά κατάλοιπα. Για να πετύχει τον στόχο της οφείλει -όσο το δυνατό πιο γρήγορα- να επιλύσει ένα σύνθετο πρόβλημα.

Τα τελευταία σαράντα χρόνια η χώρα διπλασίασε τον πληθυσμό της (από σαράντα σε περίπου ογδόντα εκατομμύρια) χωρίς όμως να πετύχει αντίστοιχη οικονομική απογείωση.

Πάνω στην κοινωνική δυσπραγία που δημιουργεί ετούτη η αντίφαση στηρίχθηκε το καθεστώς Ερντογάν.

Η παγίωση του τελευταίου εξαρτάται απόλυτα από την επίλυση της δύσκολης εξίσωσης.

Η ανάδειξη της χώρας σε περιφερειακή δύναμη με ζώνη επιρροής που θα εκτείνεται από τα Βαλκάνια ώς τη Συρία και από την κεντρική Ασία ώς την ανατολική Μεσόγειο (περνώντας από το Αιγαίο) αποτελεί ζωτική ανάγκη για το σημερινό καθεστώς.

Διαμέσου αυτής θα επιλυθούν ή θα μετατεθούν τα εσωτερικά προβλήματα. 

Σχετικά ανάλογες είναι οι περιπτώσεις της Σαουδικής Αραβίας και του Ιράν όπου τα δημογραφικά και οικονομικά μεγέθη σε συνδυασμό με τα εσωτερικά κοινωνικά προβλήματα σπρώχνουν, συνδυαζόμενα, σε εξωτερικές περιπέτειες. 

Ολο αυτό το τσουνάμι αντικρουόμενων συμφερόντων και συνεπακόλουθων ρηγμάτων και αστάθειας επέπεσε πάνω στο κράτος της Συρίας του οποίου η προϊστορία βασιζόταν σε δύο όχι και τόσο μακρινές σταθερές: σε εκείνη της αυτοκρατορίας -της Οθωμανικής εξυπακούεται- ώς το 1919 και της αποικιοκρατίας -γαλλικής- ώς το 1945.

Και οι δύο αυτές συνιστώσες κληροδοτούν σχεδόν πάντοτε στη μεταγενέστερη εποχή τα ψήγματα της αμφισβήτησης και της αποσταθεροποίησης.

Βρισκόμαστε, σε αυτό το σημείο, στη διαπίστωση ότι οι φιλόδοξες εκστρατείες υπόθαλψης και υποστήριξης των ανατροπών και των «αραβικών ανοίξεων» από τον δυτικό συνασπισμό και τις πολιτικές του εκφράσεις -ΝΑΤΟ, Ευρωπαϊκή Ενωση και ευκαιριακές συμμαχίες «προθύμων»- απλά ανοίγουν το ασκό του Αιόλου. 

Το θαυμαστό είναι ότι οι «μνημονιακές» εσχάτως κυβερνήσεις της χώρας μας αφενός επικροτούν όλες τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές και ταυτόχρονα βρίσκονται στην πρώτη σειρά των χωρών-θυμάτων που καλούνται να επωμιστούν το κόστος της καταστροφής!

*καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας ΑΠΘ