Η αντιπολίτευση κάνει ακριβώς τα ίδια που έκανε η σημερινή κυβέρνηση όταν ήταν εκείνη στην αντιπολίτευση: επικαλείται διαρκώς το Σύνταγμα κατά ενεργειών της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Ομως, σαν κακός μαθητής, το κάνει στον υπερθετικό βαθμό.
Την Πέμπτη είχαμε στη Βουλή δύο πρωτιές. Το πρωί, για πρώτη φορά υποβλήθηκε ένσταση αντισυνταγματικότητας κατά διάταξης νόμου με την οποία κυρώθηκε πράξη νομοθετικού περιεχομένου. (Θα ήταν άραγε προτιμότερο να μην κυρωθεί καν από τη Βουλή μια ΠΝΠ που εφαρμόστηκε, όπως είχε γίνει με την ΠΝΠ που έκλεισε την ΕΡΤ;).
Το βράδυ, κατά τη συζήτηση άλλης ένστασης, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της αξιωματικής αντιπολίτευσης πρέπει να κατέρριψε κάποιο ρεκόρ με την εκτίμησή του ότι μία και μόνη προταθείσα νομοθετική διάταξη προσκρούει σε σωρεία διατάξεων του Συντάγματος, του ενωσιακού δικαίου και διεθνών συνθηκών.
Φυσικά, δεν υπάρχει τίποτα κακό στο να συζητιέται το Σύνταγμα κατά την κοινοβουλευτική διαδικασία. Και η ένσταση αντισυνταγματικότητας του άρθρου 100 ΚτΒ είναι ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Ομως η αντιπολίτευση μοιάζει να μη συνειδητοποιεί τρία πράγματα.
Πρώτον, η πλειοδοσία στην υποβολή ενστάσεων και η πληθωριστική συνταγματολογία, λίγο λίγο, αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα του θεσμού της ένστασης και, εν τέλει, μακροπρόθεσμα, το κύρος του ίδιου του Συντάγματος.
Αν για το παραμικρό υποβάλλονται στη Βουλή ενστάσεις αντισυνταγματικότητας, που όμως, λόγω της δομής του κοινοβουλευτικού συστήματος, δεν υποβάλλονται για να γίνουν δεκτές, παρά μόνο για να φέρουν ένα μείζον θέμα στην πολιτική και την ευρύτερη δημοσιότητα, μετά από λίγο καιρό μια ένσταση μπορεί να μη διασφαλίζει ούτε καν τα 10 λεπτά δημοσιότητας που αποζητά αυτός που την εγείρει.
Δεύτερον, και σημαντικότερο, η «εύκολη» και επί παντός επιστητού αναγωγή στο Σύνταγμα υποβαθμίζει την ίδια τη δημοκρατική διαδικασία, αφού βάζει σε δεύτερη μοίρα την πεμπτουσία της πολιτικής: τη διαπάλη πολιτικών ιδεών, επιλογών και προγραμμάτων.
Αν τα πάντα κρίνονται «αντικειμενικά» βάσει του Συντάγματος (στην πραγματικότητα, βάσει της υποκειμενικής περί Συντάγματος αντίληψης εκείνου που το επικαλείται), τότε τι μένει για να διαφωνήσουμε και να αντιπαρατεθούμε πολιτικά; Ο Αμερικανός συνταγματολόγος Mark Tushnet ονομάζει το φαινόμενο αυτό «democratic debilitation» («δημοκρατικό εκφυλισμό»).
Τρίτον, τέλος, οι «εύκολες» ή «ελαστικές» συνταγματικές ερμηνείες εκ μέρους της αντιπολίτευσης, προκειμένου να ανακαλυφθούν ή να κατασκευαστούν αντισυνταγματικότητες, ενέχουν τον κίνδυνο να νιώσει η κυβέρνηση και η κοινοβουλευτική πλειοψηφία πως νομιμοποιείται σε αντιστοίχως «ευρύχωρες» συνταγματικές ερμηνείες, προκειμένου να δικαιολογήσει τις δικές της επιλογές.
Η πληθωριστική, επομένως, και επί παντός επίκληση του Συντάγματος συνιστά τελικά συνταγματική απρονοησία.
*επίκ. καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου ΑΠΘ
