Είναι αναμφισβήτητο ότι μεγάλο μέρος της συμπεριφοράς μας είναι εθελοντικό, δηλαδή συχνά αυτό που κάνουμε είναι και αυτό που θέλουμε να κάνουμε∙ και είναι όλο και πιο εμφανές ότι μια τέτοια συμπεριφορά έχει λόγο ύπαρξης γιατί εγώ το θέλω, επειδή η θέλησή μου (ή εκείνη του άλλου) είναι ένα αυθεντικό τυχαίο γεγονός.
Ας υποθέσουμε, για παράδειγμα, ότι αγοράζω ένα προϊόν που θέλω να αγοράσω ή ψηφίζω κάποιον υποψήφιο τον οποίο θέλω να ψηφίσω∙ δεν είναι ίσως αλήθεια ότι τόσο η αγορά και η ψήφος όσο και η θέληση να το κάνω μπορεί να είναι αποτέλεσμα ενός πανίσχυρου συστήματος προπαγάνδας, και άρα η θέλησή μου σε τέτοιες περιπτώσεις θα μπορούσε να είναι τόσο μάταιη όσο εκείνη ενός υποκειμένου σε ύπνωση που θέλει να σηκώσει το χέρι γιατί του το διέταξε ο υπνωτιστής;
Αν ήταν έτσι σε όλες τις περιπτώσεις, η θέληση δεν θα προσέθετε τίποτε στον κόσμο∙ τον τελευταίο θα τον κυβερνούσε ένας παγκόσμιος ντετερμινισμός, στη βάση του οποίου ό,τι κάνει (ή επιθυμεί να κάνει) ο οποιοσδήποτε θα ήταν αναγκαίο επακόλουθο που προηγείται στον χρόνο. Γιατί η θέληση, αν θέλει να κάνει τη διαφορά, πρέπει να είναι ελεύθερη.
Πολλοί συγγραφείς αποφεύγουν το πρόβλημα ορίζοντας την ελευθερία στη βάση της παρουσίας εσωτερικών συνθηκών ή στην απουσία φυσικής βούλησης. Ο Καντ κρίνει αυτές τις λύσεις θλιβερές υπεκφυγές και, κατακρίνοντας με αποφασιστικότητα τον ντετερμινισμό, αποδεικνύει ότι η ίδια η ύπαρξη ενός προκαθορισμένου κόσμου εξαρτάται από μια πράξη επιλογής, έτσι που κάθε ανάγκη αναπαύεται τελικά πάνω στην ελευθερία.
Αναλύοντας λοιπόν την έννοια της ελεύθερης θέλησης, καταλήγει ότι η ελευθερία είναι αυτονομία και ότι η αυτονομία είναι λογική: να υπακούς σε νόμους που εφαρμόζονται όμοια σε όλους, ανεξάρτητα από τις ιδιοσυγκρασίες τους. Αρα η δική μου θέληση είναι ένα αυθεντικό τυχαίο γεγονός, στον βαθμό που αυτό που επιθυμώ είναι λογικό.
Είμαστε σύμφωνοι με τον Καντ τόσο για την κεντρικότητα της επιλογής όσο και για τη σχέση ανάμεσα στη λογική και τη θέληση (στην ουσία με το γεγονός ότι η «θέληση» ισοδυναμεί με την «καλή θέληση»). Δίνουμε βέβαια πολύ μεγαλύτερο βάρος στην καθημερινή πρακτική της λογικής.
Εξάλλου, είναι δυνατόν να μηδενίσω τις ιδιοσυγκρασίες μου μόνο αν τις αναγνωρίζω ως τέτοιες, δηλαδή αν ανοίγομαι σε μια σταθερή σύγκριση με τις ιδιοσυγκρασίες του άλλου: με όλη τη διαφορετικότητα που μας περιβάλλει.
Θα ωριμάσω με την πραγματική εξάσκηση της θέλησής μου όσο πιο απελευθερωμένη θα είναι η συμπεριφορά μου από αυτοματισμούς, προκαταλήψεις και προκαθορισμένες αντιδράσεις∙ όσο περισσότερο θα αποκτήσω συνείδηση των πράξεών μου και των πράξεων των άλλων∙ όσο περισσότερο θα είναι οι επιλογές μου αποτέλεσμα διαλόγου ανάμεσα σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη.
Και, φυσικά, όσο περισσότερο εγώ και ο άλλος θα μεγαλώσουμε μαζί σ’ αυτήν την εξάσκηση, όσο πιο κοινές, ή τουλάχιστον περισσότερο συμβατές, θα είναι οι επιλογές μας.
*Ομότιμος καθηγητής Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ
