Βρισκόμαστε στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα και όπως φαίνεται κανείς δεν αντιλαμβάνεται τι ακριβώς συμβαίνει στην πραγματική ιστορία του κόσμου μας. Ολοι μας, εννοείται, καταλαβαίνουμε τι γίνεται γύρω μας, δηλαδή στο ψηφιακό χωριό μας.
Με άλλα λόγια, κατασκευάσαμε το σύστημα της ψηφιακής τεχνολογίας για να αναπαραγάγουμε τη συζήτηση που κάναμε κάποτε, στις παραδοσιακές κοινωνίες, στις γειτονιές μας. Πράγματι, οι συζητήσεις στο διαδίκτυο, στην παγκόσμια δημόσια σφαίρα, δεν διαφέρουν σε τίποτα σε σχέση με τις συζητήσεις που έκαναν οι γειτόνισσες στα στενά των παραδοσιακών κοινωνιών.
Η απόσταση αυτή συνιστά τελικά και τη συνθήκη της πολιτικής αυτοδημιουργίας μιας κοινωνικής συλλογικότητας. Στους καιρούς που ζούμε διαπιστώνουμε ότι η κομματική συλλογικότητα (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.) που ανέλαβε να ασκήσει την κυβερνητική εξουσία στον τόπο μας μέσω των διαδικασιών που προβλέπονται από το Σύνταγμα δεν είναι σε θέση να επιτελέσει αυτό το έργο, κατά τον Μαξ Βέμπερ.
Είτε καταφεύγει σε δοκιμασμένες διεξόδους τεχνητής καθυστέρησης είτε δεν επεξεργάζεται ένα εθνικό και πολιτικό πρόγραμμα αυτοπροσδιορισμού της ελληνικής κοινωνικής συλλογικότητας.
Ολοι εμείς, οι πολίτες και οι πολιτικοί, στην ελληνική πολιτική κοινωνία θέτουμε το ερώτημα: γιατί μετά από έξι (6) χρόνια (2009-2015) εφαρμογής τεχνοκρατικών μεθόδων για να επιλυθεί το «ελληνικό ζήτημα» και με τα πραγματολογικά δεδομένα ως ποσοτικά μεγέθη για την ελληνική κοινωνία να την οδηγούν στον «βαθμό μηδέν» της υπαρκτικής οντότητάς της και ως ποιοτικά στοιχεία να τη «μετατρέπουν» σε «πολιτικές καρικατούρες», όπως π.χ. είναι όλες αυτές οι κομματικές συλλογικότητες που προέκυψαν προσφάτως από τις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2015, αυτά δεν οδηγούν πουθενά;
Ως πολιτικός φιλόσοφος θα πρέπει να διευκρινίσω το εξής: όλες οι κομματικές συλλογικότητες μπορούν να συμμετέχουν στη διαδικασία της αντιπροσώπευσης. Αυτό όμως μπορεί να συμβαίνει με τους όρους που θέτει το ίδιο το συμβάν (δηλ. η αντιπροσώπευση) όπως λέει και ο Γάλλος φιλόσοφος Αλέν Μπαντιού. Και αυτό το στοιχείο δεν είναι παρά η οντολογική αρχή της ανιδιοτέλειας.
Με άλλα λόγια, οι κομματικές συλλογικότητες που προήλθαν από τις εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου 2015 δεν είναι αντιπροσωπευτικές κομματικές συλλογικότητες. Δεν ανάγονται στη σχέση των εκλεκτόρων και των ηγεσιών τους, δηλαδή στο «κοινωνικό συμβόλαιο» κατά τον Ρουσό. Οι σχέσεις τους είναι πελατειακές και ανταλλακτικές.
Το συμβάν, κατά τον Μπαντιού, δεν έχει να κάνει με μια περιστασιακή κατάσταση της «μεταπολιτευτικής δομής» της ελληνικής πολιτικής κοινωνίας. Το πολιτικό συμβάν δεν αναφέρεται σε σχέσεις συναλλαγής ανάμεσα σε άτομα ή σε μια εταιρική σχέση ανάμεσα σε κοινωνικές ομάδες. Αναφέρεται σε μία ορθολογική σύσταση και οργάνωση μιας κοινωνικής συλλογικότητας, η οποία αναλαμβάνει το έργο της πολιτικής.
Τελικά θα πρέπει να επισημανθεί ότι στις συνθήκες «απόσυρσης της πολιτικής» (Μπαντιού) και στις πραγματολογικές προοπτικές που προκύπτουν από τις ιδέες της ελευθερίας και της δικαιοσύνης (μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» – 1989) οι πολίτες και όσα άτομα αυτοπροσδιοριζόμαστε σε επίπεδο συνείδησης μ’ αυτόν τον τρόπο δεν μπορούμε παρά να φωνάζουμε: το τελευταίο καταφύγιο της πολιτικής πράξης είναι η ίδια η συνείδησή μας σε συλλογικό επίπεδο. Αυτό εξάλλου διδάσκω στο αμφιθέατρό μου στο Πανεπιστήμιο.
*Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης
