Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ζήτημα του εκλογικού νόμου οφείλουμε να το δούμε από δύο σκοπιές. Πρώτα σε σχέση με την αντιστοίχηση και εκπροσώπηση των πολιτικών δυνάμεων στο εθνικό Κοινοβούλιο και έπειτα σε σχέση με την εκλογή του βουλευτή ως εθνικού αντιπροσώπου που εκπροσωπεί το εκλογικό σώμα της περιφέρειάς του.

Πολλοί υποβαθμίζουν το δεύτερο και μένουν αποκλειστικά στη σχέση των κομμάτων και στην αναλογικότητα του νόμου. Προφανώς το τέλος του δικομματισμού των κομμάτων που εκφράζουν πλειοψηφικά ρεύματα και η ανάγκη να ανοίξει ο δρόμος για τις ευρύτερες και απαραίτητες σήμερα συνεργασίες και συναινέσεις απαιτούν και την αλλαγή του ισχύοντος εκλογικού νόμου. Θα έλεγα ότι είναι καθοριστική προϋπόθεση για οποιαδήποτε από εδώ και στο εξής κυβερνητική σύμπραξη.

Σ’ αυτήν την περίπτωση η κατάργηση του μπόνους και η αναζήτηση ενός διαφορετικού κριτηρίου με βάση το οποίο ένα κόμμα οφείλει να λαμβάνει μίνιμουμ ποσοστό προκειμένου να φτάνει στην αυτοδυναμία (π.χ. ποσοστό 43%-44%) είναι μια πρόταση που ανταποκρίνεται στην ανάγκη αυτή.

Εκείνο, όμως, που προέχει, και παράλληλα με την κατάργηση του μπόνους, είναι μια ριζική αλλαγή στο εκλογικό σύστημα γενικότερα, της οποίας οι θεμελιακές αλλαγές οφείλουν να συμπεριληφθούν στην επόμενη συνταγματική αναθεώρηση ως πάγιες αρχές. Είναι απαραίτητη μια τέτοια αλλαγή για να απαλλάξει την καιροσκοπική σύνδεση του εκλογικού νόμου με τους εκλογικούς κύκλους.

Σύνδεση που από τη Μεταπολίτευση και μετά κατέστη οφθαλμοφανής. Βεβαίως οι μεταπολιτευτικοί νόμοι υπήρξαν απείρως δικαιότεροι και αναλογικότεροι από τα προδικτατορικά συστήματα υφαρπαγής (όπως τριφασικό ή πλειοψηφικό), ακόμη και από αυτά του περιβόητου 17% για είσοδο στη 2η κατανομή.

Σε ό,τι αφορά την προσωπική μου θέση, είμαι θερμός θιασώτης ενός εκλογικού συστήματος ισχυρά αναλογικού, με μικτό σύστημα εκλογής, σε μονοεδρικές ή στη χειρότερη περίπτωση ολιγοεδρικές περιφέρειες διπλή κάλπη για κόμμα και υποψηφίους ξεχωριστά, και θεσμοθέτηση βουλευτών στην ευρύτερη περιφέρεια με παράλληλη κατάργηση των βουλευτών επικρατείας.

Μια εκδοχή με παραλλαγή του λεγόμενου «γερμανικού συστήματος». Είναι μια πρόταση που ενισχύει την αυτονομία της πολιτικής από τα οικονομικά συμφέροντα. Κατοχυρώνει την πλήρη διαφάνεια στα δημόσια πράγματα. Διαμορφώνει μια νέα πιο αυθεντική σχέση ανάμεσα στον πολίτη και την πολιτική. Διασφαλίζει θεσμικά την ανανέωση στην πολιτική ζωή της χώρας.

Διευκολύνει τις ευρύτερες δυνατές πολιτικές και κοινωνικές συναινέσεις. Μια πρόταση που αποτελεί θεμελιώδη συμβολή στην ποιότητα της Δημοκρατίας. Εχω ισχυρή πεποίθηση ότι αυτή η πρόταση, που αποτελεί τομή εξόδου από την κρίση και την απαξίωση του πολιτικού συστήματος, είναι σήμερα περισσότερο επίκαιρη παρά ποτέ.

Θέλω να θυμίσω ότι τις βασικές αλλαγές αυτής της πρότασης κατέθεσα στο Υπουργικό Συμβούλιο το 2003, αλλά με τη σφοδρή εσωκομματική αντίθεση καθώς και την αντίθεση των κομμάτων της αντιπολίτευσης ψηφίστηκε τελικά «κολοβή». Η Βουλή δεν δέχτηκε το μικτό σύστημα, τη θέσπιση των βουλευτών περιφέρειας, τη διπλή κάλπη, την κατάτμηση των μεγάλων περιφερειών.

Είναι δυστυχώς δομικό στοιχείο της κρίσης σήμερα η αδυναμία των κομμάτων να μετεξελιχθούν σε σύγχρονους θεσμούς, παραμένοντας «αρχηγικά» και εσωκομματικά πελατειακά. Αυτό εμποδίζει την ειλικρινή συζήτηση περί αντικατάστασης του σταυρού προτίμησης, με την εκλογή των βουλευτών με λίστα.

Οταν η εσωκομματική δημοκρατία, η διαφάνεια των επιλογών, οι προκριματικές διαδικασίες μπαίνουν στην κακώς εννοούμενη υπηρεσία του «αρχηγού», όταν κόμματα αρνούνται τον έλεγχο διαφάνειας από τα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας, ο δρόμος που έχουμε να διανύσουμε είναι ακόμη μακρύς και ανηφορικός. Το εκλογικό σύστημα είναι απολύτως συνυφασμένο με τη δομή και τη λειτουργία των κομμάτων στην πολυκομματική μας κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Η αδυναμία να ανέβει αυτή η ανοιχτή συζήτηση στο τραπέζι και να γίνει σε βάθος και στο φως μπροστά στην κοινωνία και το εκλογικό σώμα δείχνει και το μέγεθος της κρίσης της πολιτικής, της κρίσης αντιπροσώπευσης. Η οποία, σημειωτέον, προϋπήρξε της οικονομικής και κυριολεκτικά την επικαθόρισε με τον τρόπο που ασκείται τα τελευταία χρόνια η εξουσία. Το να εξακολουθεί το πολιτικό σύστημα να συνδέει τα μείζονα θέματα δημοκρατίας και αντιπροσώπευσης με συγκυριακές πλειοψηφίες αναπαράγει και βαθαίνει την κρίση και τις παθογένειές του.

«Ηγγικεν γαρ η ώρα» να ανοίξει επιτέλους χωρίς προσχήματα αυτή η συζήτηση και να καταλήξει το αργότερο στις αρχές του χρόνου σε μια συναινετική πρόταση που θα την ψηφίσει η συντριπτική πλειοψηφία των βουλευτών για ένα πάγιο, αναλογικό αντιπροσωπευτικό, δίκαιο και ταυτόχρονα λειτουργικό σύστημα ανάδειξης των κομμάτων και των βουλευτών.