Δύο όροι με αύξουσα συχνότητα χρήσης στον δημόσιο λόγο τελευταίως και ιδιαίτερα προσφιλείς και ελκυστικοί στον πολιτικό κόσμο και τους πολιτικούς σχηματισμούς, τους οποίους αυτοί φαίνεται να εκλαμβάνουν ως σωστική διέξοδο και πολύτιμο «άλλοθι» στα ποικιλώνυμα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν και εμφανίζονται στη δημόσια σφαίρα και το κοινωνικό γίγνεσθαι με τη μορφή κρίσεων ή, συνηθέστατα, σκανδάλων, με ερευνητέες σοβαρές αξιόποινες διαστάσεις και παραμέτρους τους και ανάλογες κοινωνικές αντανακλάσεις και συνέπειες.
«Διαχρονικές παθογένειες» και «διαχρονικές κομματικές πρακτικές», αντί εξειδικευμένες και ταυτοποιημένες ευθύνες (παντός είδους).
Εστίαση από το συγκεκριμένο και ειδικό στο αφηρημένο και γενικό, εκάστοτε.
Μετατόπιση της κριτικής και ερευνητικής προσέγγισης από το ζωντανό και ορατό παρόν στο δυσδιάκριτο και εν πολλοίς ομιχλώδες παρελθόν, αναλόγως του χρονικού βάθους της επιχειρούμενης αναδρομής, που συνήθως δεν διακρίνεται για τη φειδωλότητά της, ως προς τούτο.
Υποβάθμιση, υποβιβασμός και υποτίμηση της έντονης κοινωνικής αίσθησης για την ύπαρξη του εκάστοτε σκανδάλου, με την ένταξη αυτού στην αλυσίδα μιας μακράς συναφούς διαχρονίας και την εμφάνισή του, έτσι, ως αναπόφευκτης, σχεδόν νομοτελειακής συνέπειας εγκατεστημένων και ριζωμένων βαθιά συστημικών δυσλειτουργιών.
Ασφαλώς, οι συγκεκριμένοι αυτοί όροι δεν είναι κατ’ ανάγκη εσφαλμένοι, ούτε στηρίζονται οπωσδήποτε επί αναληθούς υποβάθρου.
Δυνατόν, καταστάσεις και γεγονότα συναπτόμενα με το ουσιαστικό περιεχόμενό τους να συντρέχουν πράγματι και να μην κινούνται πάντα στη σφαίρα της φαντασίας και της εικοτολογίας.
Το μόνο όμως που κάνουν, με βεβαιότητα μάλιστα στην τελευταία αυτή εκδοχή της κατάφασής τους, είναι ο επιτονισμός της ασυνέπειας, μάλλον, προς τη λαϊκή εντολή αυτών που τους προβάλλουν ως επιχείρημα, η ανάδειξη της in abstracto και in concreto λειτουργικής ανεπάρκειάς τους, παράλληλα με την προβολή της εκ μέρους τους ουσιαστικής ομολογίας και παραδοχής ότι αποτελούν οι ίδιοι ή (και) απετέλεσαν έναν πρόσθετο κρίκο στην αλυσίδα της παθογόνου διαχρονίας (και αναπόφευκτης αναξιότητας) που επικαλούνται.
Ωστόσο, η εθισμένη εκμετάλλευση και η καταχρηστική μεταχείριση των συγκεκριμένων όρων, που εμφανίζονται να θεραπεύουν δήθεν «πάσαν νόσον», δίκην θαυματουργού «πανάκειας», είναι προδήλως και κατ’ ελάχιστον άστοχη, διάτρητη και μη πειστική, με βοώσα και διαφανή την υφέρπουσα, ως προς τούτο, πολιτική σκοπιμότητα και κομματική στόχευση.
Ουδέν, άλλωστε, συνηγορεί υπέρ της συμβατότητας με τη νομιμότητα των «διαχρονικών παθογενειών» και των «διαχρονικών κομματικών πρακτικών» ή, άλλως, τίποτε δεν αποκλείει το ιστορικό αυτών περιεχόμενο να πληροί τη νομοτυπική μορφή συγκεκριμένων, κάθε φορά, εγκλημάτων, είτε με τη μορφή των πράξεων είτε των παραλείψεων διαπραττομένων.
Το στοιχείο της «διαχρονικότητας» και της σε έκταση χρόνου δράσης ως χαρακτηριστικό, πέραν των περί ων ο λόγος «παθογενειών» και «κομματικών πρακτικών», διακρίνει και την αξιόποινη δραστηριότητα, με την ειδικότερη μάλιστα μορφή είτε του εξακολουθούντος εγκλήματος είτε της κατά συρροήν ενέργειας.
Η αταλάντευτη και με πάγια χαρακτηριστικά εμμονή σε «διαχρονικές παθογένειες» και συναφείς «κομματικές πρακτικές», εξάλλου, ως ενέχουσα το καίριο στοιχείο της συνειδητής επιλογής και της οικείας γνώσης κατά κανόνα, μάλλον σε σκέψεις θεμελίωσης ποινικώς αξιολογήσιμης υπαιτιότητας των πρωταγωνιστών-εμπλεκομένων οδηγεί και σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί πειστικώς και a priori να τις αποκλείσει.
Ούτε μπορεί να αγνοηθούν οι σοβαρότατες ζημιογόνες (υπό στενή και ευρεία έννοια) συνέπειες, που οι συγκεκριμένες «παθογένειες» και «πρακτικές» συνεπιφέρουν και συνεπάγονται (νωπές και χαίνουσες είναι οι «πληγές» στο σώμα της ελληνικής κοινωνίας και Πολιτείας).
Δεν είναι οι «διαχρονικές παθογένειες» και οι «διαχρονικές κομματικές πρακτικές» επικοινωνιακό εργαλείο.
Δεν είναι πολιτική «ασπίδα».
Δεν είναι μέσο πολιτικής άμυνας, ούτε σωσίβιο αποφυγής της οφειλόμενης λογοδοσίας και αποτροπής της ανάληψης ή του καταλογισμού ευθύνης.
Η επ’ αυτών (και στην ενδεχόμενη ειδικότερη ποινική τους διάσταση) έρευνα, διάγνωση και αξιολόγηση είναι πάντοτε αναγκαία και επιβεβλημένη, πολλώ δε μάλλον όταν το σχετικό έναυσμα προς τούτο δίδεται με τη διαβίβαση στη Βουλή (από την αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και κατά τις ισχύουσες προβλέψεις για την ποινική ευθύνη των υπουργών) προκυψάντων στοιχείων που φέρονται να σχετίζονται με μέλη της κυβέρνησης και ποινικά αδικήματα του άρθρου 86 του Συντάγματος και του εκτελεστικού αυτού νόμου.
Πόσο όμως πειστικώς αποδεκτή, ως προς το πορισματικό αποτέλεσμά της, μπορεί να είναι μια τέτοια διαγνωστική και αξιολογική διερεύνηση, όταν, αντί της κοινοβουλευτικής δικονομικής διαδικασίας των άρθρων 86 του Συντάγματος, 4 έως 7 του εκτελεστικού αυτού νόμου 3126/2003 και 154-157 του Κανονισμού της Βουλής, άλλως αντί σύστασης ειδικής κοινοβουλευτικής επιτροπής για τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης και των εν συνεχεία αυτής προβλεπομένων, προκρίνεται και αποφασίζεται εξεταστική «κατάδυση» βάθους «στα θολά νερά» των «διαχρονικών παθογενειών» και των «διαχρονικών κομματικών πρακτικών», με υφέρπουσα (αν όχι έκδηλη) τη βούληση του συμψηφισμού και του «να δούμε τι έκαναν και οι άλλοι», σε χρόνο μάλιστα που κείται εκτός της ισχύουσας ποινικής εμβέλειας και έχει εκφύγει της δυνατότητας ελέγχου (από ποινική άποψη) ενδεχόμενων πράξεων και παραλείψεων μελών κυβερνήσεων, με βάση τη διαχρονική πορεία των διατάξεων για την ποινική ευθύνη των υπουργών;
Είναι που είναι «γραμμένη» (και όχι αναίτια) στα «μαύρα κατάστιχα» της κοινωνικής ανυποληψίας η καλουμένη (κατ’ ευφημισμόν;) «Ποινική Ευθύνη των Υπουργών», ας μην καταβαραθρώνεται έτι περαιτέρω αυτή όμως και ας μη διευρύνονται και «διακτινίζονται» οι απαξιωτικές για τους θεσμούς συνέπειές της, με διαδικασίες και τακτικές που δίδουν την εικόνα και παρέχουν την εντύπωση της επ’ αυτής «χαριστικής βολής».
*Αντεισαγγελέας Αρείου Πάγου ε.τ.
