Οταν οι διαδικασίες απονομής δικαιοσύνης δεν προστατεύουν τα θύματα από περαιτέρω τραύμα, το ίδιο το σύστημα κινδυνεύει να αναπαραγάγει τη βία που καλείται να αντιμετωπίσει.
Μία από τις δικαστικές υποθέσεις που τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας τις τελευταίες ημέρες αφορά τη μη συναινετική διάδοση προσωπικών στιγμών και έχει προκαλέσει έντονες συζητήσεις σε όλα τα μέσα. Το θύμα, γνωστή influencer, έχει καταστήσει σαφές ότι ουδέποτε συναίνεσε στην καταγραφή και τη διανομή του υλικού. Δύο άτομα βρίσκονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου: ο πρώην ερωτικός σύντροφός της, που φέρεται να γνώριζε για τη βιντεοσκόπηση, και ένα τρίτο πρόσωπο που φέρεται να κατέγραψε τη στιγμή χωρίς τη γνώση της. Η υπόθεση αυτή δεν είναι μεμονωμένη. Αντιθέτως, αντανακλά ένα ευρύτερο και ιδιαίτερα διαδεδομένο μοτίβο κακοποίησης το οποίο πολύ συχνά καλύπτεται πίσω από ένα πέπλο ντροπής που βιώνει το θύμα.
Τις τελευταίες ημέρες, δημοσιεύματα αναφέρουν ότι το επίμαχο υλικό προβλήθηκε οκτώ φορές κατά τη διάρκεια της δίκης. Οκτώ φορές. Το γεγονός αυτό, ακόμη κι αν θεωρείται απαραίτητο μέρος της διαδικασίας, γεννά σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο διαχείρισης τόσο ευαίσθητων αποδεικτικών στοιχείων και για τον αντίκτυπό τους στο θύμα. Η ακροαματική διαδικασία μπορεί να έλαβε χώρα κεκλεισμένων των θυρών, αυτό όμως δεν αποκλείει τον κίνδυνο δευτερογενούς θυματοποίησης. Η επαναλαμβανόμενη έκθεση σε τραυματικό υλικό, ιδιαίτερα μέσα σε μια δικαστική αίθουσα, δύναται να εντείνει το τραύμα, να πλήξει την αξιοπρέπεια και το αίσθημα ασφάλειας του θύματος.
Τέτοιες πρακτικές δεν αποθαρρύνουν μόνο τα θύματα από το να καταγγείλουν εγκλήματα. Υπονομεύουν και την εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη και στους θεσμούς συνολικά. Η δευτερογενής θυματοποίηση αφήνει συχνά βαθιές και μακροχρόνιες συνέπειες, ψυχολογικές, κοινωνικές και νομικές, που επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την αρχική βλάβη.
Οπως επισημαίνει σταθερά το Victim Support Europe, υπάρχει επείγουσα ανάγκη για μια προσέγγιση που να είναι θυματοκεντρική, να λαμβάνει υπόψη το τραύμα και να ενσωματώνει τη διάσταση του φύλου, με σεβασμό προς τα θύματα σε κάθε στάδιο της διαδικασίας. Αυτό σημαίνει, μεταξύ άλλων, περιορισμό της άσκοπης έκθεσης σε επιβλαβή αποδεικτικά στοιχεία, ευαίσθητο χειρισμό των καταθέσεων και ουσιαστική διασφάλιση της αξιοπρέπειας του θύματος. Πολύ συχνά, το ίδιο το σύστημα που υποτίθεται ότι προστατεύει τα θύματα καταλήγει να τα επιβαρύνει, είτε μέσω αμφισβήτησης είτε μέσω επίρριψης ευθυνών είτε μέσω επανατραυματισμού κατά τη διάρκεια της διαδικασίας είτε μέσω ανεύθυνης και απρεπούς παρουσίασης της υπόθεσης από τα μέσα ενημέρωσης.
Οι εγγυήσεις για την προστασία του θύματος είναι νομική υποχρέωση που προκύπτει από το ενωσιακό δίκαιο. Το άρθρο 18 της Οδηγίας για τα Δικαιώματα των Θυμάτων επιβάλλει στα κράτη-μέλη να προστατεύουν τα θύματα και τις οικογένειές τους από δευτερογενή και επαναλαμβανόμενη θυματοποίηση, εκφοβισμό και αντίποινα, συμπεριλαμβανομένης της ψυχολογικής βλάβης, και να διασφαλίζουν την αξιοπρέπειά τους καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας. Η προστασία των θυμάτων δεν είναι απλώς νομική υποχρέωση, είναι δείκτης Δημοκρατίας. Στο πλαίσιο των συνεχιζόμενων συζητήσεων σε επίπεδο Ε.Ε., η ουσιαστική εφαρμογή αυτής της προστασίας στην πράξη είναι πιο κρίσιμη από ποτέ.
Η υπόθεση αυτή δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ένα ακόμη περιστατικό που απλώς τράβηξε τα φώτα της δημοσιότητας. Είναι μια σαφής ένδειξη βαθύτερων συστημικών αδυναμιών που εξακολουθούν να εκθέτουν τα θύματα σε περαιτέρω βλάβη ακόμη και όταν παλεύουν για δικαίωση. Αν θέλουμε ένα αξιόπιστο σύστημα δικαιοσύνης, δεν αρκεί η δίωξη των δραστών. Απαιτείται ενεργή προστασία των θυμάτων σε κάθε στάδιο, ώστε η αξιοπρέπεια, η αυτονομία και η ψυχολογική τους ακεραιότητα να μην υπονομεύονται στο όνομα της απονομής δικαιοσύνης.
Αυτό σημαίνει μετάβαση από την τυπική συμμόρφωση στην ουσιαστική εφαρμογή των δικαιωμάτων των θυμάτων. Σημαίνει πρακτικές που λαμβάνουν υπόψη το τραύμα, σαφείς δικονομικές εγγυήσεις και συνέπειες όταν αυτές δεν τηρούνται. Σημαίνει επίσης υπεύθυνη δημοσιογραφία, που να συμβάλλει σε έναν πιο δημόσιο διάλογο, αντί να ενισχύει τo τραύμα.
Υποθέσεις όπως αυτή πρέπει να λειτουργούν ως σημείο καμπής. Οχι λόγω της ταυτότητας του θύματος, αλλά επειδή κανένα θύμα δεν θα πρέπει να χρειάζεται τη δημοσιότητα για να εξασφαλίσει το αυτονόητο: αξιοπρέπεια, σεβασμό και προστασία.
Εάν εσείς ή κάποιος που γνωρίζετε έχει επηρεαστεί από παρόμοια περιστατικά, μπορείτε να απευθυνθείτε στην τοπική υπηρεσία υποστήριξης θυμάτων ή να επικοινωνήσετε με την ομάδα υποστήριξης στο [email protected]
*Δικηγόρος Αθηνών, Policy Assistant-Victim Support Europe
