ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Στάμος Παπαστάμος*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ρητορική της «λαϊκής ωριμότητας» επανέρχεται ολοένα και συχνότερα στον δημόσιο λόγο. Κυβερνητικά στελέχη διακηρύσσουν, πράγματι, πως ο ελληνικός λαός έχει πλέον ωριμάσει ενώ εκπρόσωποι της αντιπολίτευσης υποστηρίζουν ότι οφείλει επιτέλους να ωριμάσει. Το γεγονός αυτό αποτελεί μορφή συμβολικής «παιδοποίησης» της λαϊκής βούλησης, καθώς υπονοεί μια προγενέστερη ανωριμότητα του εκλογικού σώματος, ανάλογη με εκείνη που απέδιδε στις «μάζες» ο Γκιστάβ Λε Μπον. Πέρα από την ειρωνική διάσταση αυτού του παράξενου κοινοβουλευτικού ανταγωνισμού, η επίκληση της «ωριμότητας» συνιστά κανονιστική παρέμβαση στο πεδίο της εκλογικής συμπεριφοράς: δεν λειτουργεί, δηλαδή, ως ουδέτερη περιγραφή αλλά ως αξιολογικό πρότυπο, καθώς ορίζει ποια στάση θεωρείται υπεύθυνη, ποια ρεαλιστική και ποια θεσμικά αποδεκτή. Η εκλογική επιλογή μετατρέπεται έτσι σε δοκιμασία πολιτικής ενηλικίωσης, όπου ο πολίτης καλείται να επιβεβαιώσει την ικανότητά του να ευθυγραμμιστεί με το ορθολογικό και το εφικτό.

Σε θεωρητικό επίπεδο, η λειτουργία αυτή μπορεί να ιδωθεί μέσα από την έννοια της ηγεμονίας του Γκράμσι, όπου η ωριμότητα συγκροτεί ένα ηθικοπολιτικό πρότυπο πολίτη: ο «ώριμος» ψηφοφόρος επιλέγει σταθερότητα, αποφυγή ρίσκου και προσχώρηση κατά προτίμηση στο υποτιθέμενα «ουδέτερο κέντρο», μακριά δηλαδή από τα «επικίνδυνα» δυο άκρα. Η ιδεολογική σύγκρουση αποϊδεολογικοποιείται και αναπλαισιώνεται ως ζήτημα ψυχολογικής επάρκειας, ενώ η διαφωνία δεν παρουσιάζεται ως εναλλακτική κοσμοθεώρηση αλλά ως ένδειξη ανωριμότητας ή/και παρορμητισμού. Η συγκεκριμένη ρητορική λειτουργεί, με άλλα λόγια, ως μηχανισμός ενσωμάτωσης και κατασκευής της συναίνεσης: ο πολίτης επιδιώκει να πιστοποιήσει την «ωριμότητά» του ευθυγραμμιζόμενος με τον κυρίαρχο λόγο.

Καθοριστικό λόγο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει η συνεχής δημοσίευση δημοσκοπήσεων. Η αδιάκοπη ροή τους δεν καταγράφει απλώς προτιμήσεις αλλά συγκροτεί μια «δημοσκοπική πραγματικότητα» με κανονιστική ισχύ. Η επικοινωνιακή αυτή πρακτική φαίνεται πως εμπνέεται από δύο κλασικά αναπαραστασιακά στοιχεία των μηχανισμών χειραγώγησης της «κοινής γνώμης». Το πρώτο αφορά την τάση των στόχων κοινωνικής επιρροής να ευθυγραμμίζονται με τον φερόμενο ως επικρατέστερο, ενώ το άλλο την αποφυγή δημόσιας έκθεσης από όσους αντιλαμβάνονται ότι η άποψή τους στερείται κοινωνικής αποδοχής. Η επίκληση της «λαϊκής ωριμότητας» λειτουργεί δηλαδή ως γέφυρα: η δημοσκοπική -αν και ισχνή- πλειοψηφική τάση ερμηνεύεται -και επιδιώκεται να επιβληθεί- ως ένδειξη συλλογικής σύνεσης, ενώ η απόκλιση υπονοείται ως ψυχολογική και πολιτική ανεπάρκεια.

Πρόκειται αναμφίβολα για μια μάλλον άκομψη στρατηγική που θεμελιώνεται ωστόσο στη νομιμοποιητική ισχύ της φιλελεύθερης συναίνεσης των κυβερνωμένων -έτσι όπως τη διαμόρφωσε ο Τζον Λοκ- ενώ επιχειρεί ταυτόχρονα να οικειοποιηθεί την ενδοτική και κανονιστική συμμόρφωση της «σιωπηρής» εκδοχής της. Παράλληλα συνδέεται με την πασίγνωστη προειδοποίηση του Αλεξίς ντε Τοκβίλ για την τυραννία της πλειοψηφίας, όταν η συναίνεση μετατρέπεται σε μηχανισμό φίμωσης των μειονοτήτων. Η δημοσκοπική πλειοψηφία εμφανίζεται συνεπώς ως αυτονόητη έκφραση του «κοινού νου», ενώ οι αποκλίνουσες φωνές περιθωριοποιούνται.

Γνωρίζουμε εντούτοις πως αυτές οι μειονοτικές φωνές κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες μπορούν -παρά τη δημοσκοπική τους αδυναμία- να επηρεάσουν την πλειοψηφία μέσα από τη κοινωνιογνωστική σύγκρουση που προκαλούν προτείνοντας με συνέπεια και συνεκτικότητα εναλλακτικές στάσεις και συμπεριφορές απέναντι στα κοινώς αποδεκτά. Γι’ αυτό ακριβώς, η «σιωπηρή πλειοψηφία», υπό την καθοδήγηση της «εξουσίας», αναπτύσσει στρατηγικές αντίστασης στις μειονοτικές απόψεις και συμπεριφορές. Μια από αυτές είναι η ψυχολογιοποίηση των μειονοτήτων, η οποία συνίσταται στην απόδοση των μειονοτικών -κατά κύριο λόγο- απόψεων στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά εκείνων που τις υποστηρίζουν και διαδίδουν και όχι στην ιδεολογική ή/και πολιτική τους επιχειρηματολογία. Η μετατόπιση αυτή από το περιεχόμενο των απόψεων και συμπεριφορών στην «ψυχολογία» όσων αντιτίθενται στις -κατά τεκμήριο «σωστές» επειδή δημοφιλέστερες- πλειοψηφίες, μειώνει την αξιοπιστία τους και τους αφαιρεί την ιδιότητα κομματικών φορέων ενός εναλλακτικού ορθολογισμού.

Υπό την έννοια αυτή η επίκληση της «λαϊκής ωριμότητας» μπορεί να λειτουργήσει εμμέσως ως μηχανισμός ψυχολογιοποίησης των δημοσκοπικά μειοψηφικών κομμάτων. Οταν το ώριμο ταυτίζεται με τη δημοσκοπικά -έστω και ισχνή- κυρίαρχη επιλογή, τότε οι εναλλακτικές πολιτικές προτάσεις δεν εξετάζονται καν στο περιεχόμενό τους, αλλά απορρίπτονται ως ανώριμες, μη ρεαλιστικές και συναισθηματικά φορτισμένες.

Η ρητορική της «λαϊκής ωριμότητας» επιτελεί κατ’ αυτόν τον τρόπο διπλή λειτουργία: αφενός ενθαρρύνει τη συμμόρφωση στη δημοσκοπική πραγματικότητα εμφανίζοντας την προσχώρηση στο -συνήθως αυτοπροσδιοριζόμενο- εφησυχαστικό «κέντρο» ως ένδειξη ρεαλισμού. Αφετέρου, λειτουργεί ως αμυντικός μηχανισμός τής -έστω και ισχνής- δημοσκοπικής πλειοψηφίας απέναντι στη δυνητική ανατρεπτική δύναμη των μειονοτικών λόγων: η δημοκρατική αντιπαράθεση μετασχηματίζεται σε αξιολόγηση ψυχολογικής επάρκειας και η πολιτική διαφωνία σε τεστ ωριμότητας. Η ωριμότητα του ελληνικού λαού αναδεικνύεται έτσι σε ηγεμονικό σχήμα σταθεροποίησης του δημοσκοπικά κυρίαρχου ιδεολογικού πλαισίου, συρρικνώνοντας ταυτόχρονα τα περιθώρια επιρροής των φερόμενων μειοψηφικών αντιπολιτευτικών κομματικών σχηματισμών.

Εχουν γνώση οι φύλακες.

*Ομότιμος καθηγητής Πειραματικής Κοινωνικής Ψυχολογίας, πρώην πρύτανης του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών