Οι εξελίξεις στο εσωτερικό του Ιράν μετά τη νέα, και συντριπτική απ’ ό,τι φαίνεται, επίθεση των αμερικανικών και ισραηλινών δυνάμεων κατά της Τεχεράνης με αποκορύφωμα τον θάνατο του Χαμενεΐ δεν μπορεί να μην επιδράσει στην ευρύτερη περιοχή. Από το 2011 μέχρι σήμερα στη «γειτονιά» της Βορείου Αφρικής και της Μέσης Ανατολής έχουν συντελεστεί ιστορικές κρατικές μεταλλάξεις. Το αποτέλεσμα είναι ένα σύστημα αλληλοτροφοδοτούμενων αποτυχιών.
Η Συρία χαρακτηρίζεται από αδυναμία εδαφικού ελέγχου, ενώ η πολυεπίπεδη εξωτερική παρέμβαση και οι παρακρατικοί δρώντες έχουν ως συνέπεια η οικονομία της να μην μπορεί να ορθοποδήσει, η κοινωνική συνοχή να βρίσκεται σε απόλυτη διάσπαση και οι θεσμοί – ακόμα και εκείνοι που λειτουργούσαν στο πλαίσιο μιας δικτατορικής κυβέρνησης – να έχουν παραλύσει. Λίγο πιο νότια, στην Υεμένη η πολλαπλή εξουσία συνοδεύεται από ανθρωπιστική κατάρρευση και, επίσης εδώ, τη μόνιμη εξωτερική στρατιωτική εμπλοκή. Στη Λιβύη οι παράλληλες κυβερνήσεις στην Τρίπολη και τη Βεγγάζη αφήνουν ανεξέλεγκτες τις ένοπλες πολιτοφυλακές να δρουν. Στη Γάζα δε, αποτελεί ερώτημα το αν υφίσταται και πώς η οποιαδήποτε πολιτική αρχή ύστερα από την κατάρρευση κάθε είδους δομής από τον πόλεμο με το Ισραήλ.
Η περιοχή, λοιπόν, ήδη λειτουργεί με πολλαπλά failed states. Έτσι, πέρα από το τι τελικά θα γίνει στο Ιράν, αυτή η νέα κρίση σε μια ακόμη χώρα βαραίνει περεταίρω την ήδη υπάρχουσα αποσταθεροποιημένη κατάσταση. Όπως φαίνεται αυτή τη στιγμή ο στόχος του Αμερικανού Προέδρου δεν είναι η κατοχή του Ιράν κατά το παράδειγμα του Αφγανιστάν. Στοχεύει, σε αυτή τη φάση, να επαναλάβει το παράδειγμα της Βενεζουέλας: την εξαφάνιση ενός εμβληματικού ηγέτη, που μπορεί να φέρει διαδόχους έτοιμους για συνεννόηση με τις ΗΠΑ. Ακόμα και αν συνέβαινε κάτι τέτοιο είναι εξαιρετικά αβέβαιο αν τμήμα του ιρανικού συστήματος εξουσίας (θρησκευτική ηγεσία, ένοπλες δυνάμεις) θα ακολουθούσε τους πολιτικούς ηγέτες που πρόθημα θα συνεννοούνταν με τον Ντόναλντ Τραμπ. Ένας εμφύλιος πόλεμος δεν θα ήταν ουδέτερος συνεπειών για την ευρύτερη περιοχή. Νέα κύματα προσφύγων, μια νέα γενιά ιρανικής τρομοκρατίας, ένας νέος κύκλος απειλών για τη ναυτιλία και η πολιτική αβεβαιότητα θα ήταν μια κατάσταση που κανένα από τα κράτη του Κόλπου δεν θα επιθυμούσε.
Είναι δύσκολο να βρεθούν εξωτερικές εγγυήσεις όπου η σταθεροποίηση του Ιράν μετά τον θάνατο του Χομεϊνί να μην είναι εύθραυστη και προσωρινή. Θα υπάρξει διοικητική συνέχεια στη μετάβαση προς τη μετα-Χαμενεΐ εποχή; Θα μπορέσει η νέα ηγεσία να αποφύγει την ενίσχυση παρακρατικών πυρήνων ώστε το σοκ που δοκιμάζουν να μην μετατραπεί σε ακόμα βαθύτερη κοινωνική ρήξη; Και εν τέλει, κατά πόσο μπορεί να αποφευχθεί μια περιφερειακή μετάδοση της κρίσης σε Ιράκ, Συρία και Λίβανο;
Τα ερωτήματα αυτά είναι κρίσιμα, καθώς όσοι θεωρούν πως η κατάρρευση ή η αποσταθεροποίηση ενός αυταρχικού καθεστώτος ισοδυναμεί απαραίτητα με εκδημοκρατισμό, παραβλέπουν τα μαθήματα που μας δίνει η τελευταία δεκαπενταετία στην περιοχή. Οι βίαιες μεταβάσεις εξουσίας με τη συνδρομή εξωτερικών παραγόντων δεν οδηγούν σε φιλελεύθερους θεσμούς – αν αυτό είναι το ζητούμενο. Αλλά το ζητούμενο δεν φαίνεται να είναι αυτό για τη σημερινή αμερικανική ηγεσία. Απλώς έχει ως στόχο μια κατάσταση στο Ιράν την οποία θα επιβλέπει και θα εποπτεύει. Ακόμα κι αν υπόκειται στην κατηγορία του «αποτυχημένου κράτους». Κι αν επιτευχθεί ο αμερικανικός στόχος το αμέσως επόμενο ερώτημα θα είναι σε ποιον θα πάει ο λογαριασμός αυτής της αποτυχίας.
*Ο Ανδρέας Μπελεγρής είναι δημοσιογράφος.
-980x515.png)