ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πολυμέρης Βόγλης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από λίγο καιρό κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις Εκδόσεις Ασίνη (και με επιχορήγηση από το ιταλικό υπουργείο Εξωτερικών) η μελέτη του καθηγητή Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης, Paolo Fonzi, «Η ιταλική κατοχή της Ελλάδας, 1941-1943». Σε αυτήν την εξαιρετική μελέτη ο Ιταλός ιστορικός εξετάζει, μετά από έρευνα στα ιταλικά αρχεία, όλες τις εξελίξεις από την επίθεση κατά της Ελλάδας μέχρι τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Στο επίκεντρο του βιβλίου βρίσκεται η κατοχική πολιτική της Ιταλίας, με ερμηνευτικό άξονα την πρωτόγνωρη επισιτιστική κρίση, η οποία καθόρισε τις σχέσεις κατακτητών-κατακτημένων και έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της Αντίστασης. Η μελέτη είναι πολύ σημαντική γιατί μέχρι σήμερα η ιστοριογραφία είχε ασχοληθεί κυρίως με τη γερμανική κατοχή, με συνέπεια η κατοχική πολιτική της φασιστικής Ιταλίας να παραμένει σχετικά άγνωστη.

Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου του Paolo Fonzi στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο στην Αθήνα, αποφασίστηκε να οργανωθεί και μια έκθεση φωτογραφίας στον χώρο με θέμα την ιταλική κατοχή και ανέλαβα να γράψω το εισαγωγικό κείμενο της έκθεσης. Οι φωτογραφίες που είχαν επιλεγεί (και πολλές από αυτές περιλαμβάνονται στο βιβλίο) προέρχονταν από Ιταλούς αξιωματικούς και, όπως κάθε φωτογραφία, δεν ήταν «ουδέτερες». Οι φωτογραφίες αποτυπώνουν τη ματιά του φωτογράφου, στην προκειμένη περίπτωση του κατακτητή. Πολλές φωτογραφίες παρουσίαζαν Ιταλούς στρατιώτες και αξιωματικούς να διανέμουν επισιτιστική βοήθεια στον πεινασμένο ελληνικό πληθυσμό, ενώ σε άλλες Ιταλοί φωτογραφίζονταν με φόντο τις αρχαιότητες, να παίζουν ποδόσφαιρο, να κάνουν ηλιοθεραπεία, και άλλα. Οι φωτογραφίες δημιουργούσαν μια αφήγηση για την Κατοχή από την πλευρά των Ιταλών.

Από αυτήν την αφήγηση απουσίαζε η επώδυνη για τους Ελληνες εμπειρία της Κατοχής. Με άλλα λόγια, εάν κάποιος ανυποψίαστος επισκέπτης της έκθεσης έβλεπε τις φωτογραφίες και δεν γνώριζε τίποτα άλλο για τα χρόνια εκείνα, θα νόμιζε ότι οι Ιταλοί στην Ελλάδα στα χρόνια της Κατοχής έκαναν διακοπές και πρόσφεραν φιλανθρωπικό έργο.

Εκρινα ότι το εισαγωγικό κείμενο θα έπρεπε να τοποθετεί το ιστορικό πλαίσιο του πολέμου και της κατάκτησης και να αναδεικνύει εκείνες τις πλευρές της ελληνικής εμπειρίας από την ιταλική κατοχή που ακριβώς απουσίαζαν από τις φωτογραφίες.

Με αυτό το σκεπτικό, το εισαγωγικό κείμενο που έγραψα αναφερόταν στην εχθρότητα και την περιφρόνηση με τις οποίες οι Ελληνες έβλεπαν τους Ιταλούς γιατί συμπεριφέρονταν ως κατακτητές ενώ δεν είχαν καταφέρει να νικήσουν τον ελληνικό στρατό στο πεδίο της μάχης. Αναφερόταν στις ευθύνες των Ιταλών (και των Γερμανών) για την πείνα στην Αθήνα, τον Πειραιά και αλλού, τον χειμώνα του 1941-1942, που κόστισε τη ζωή δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων και οδήγησε σε απερίγραπτη εξαθλίωση πολύ περισσότερους. Αναφερόταν, τέλος, στην κλιμάκωση της βίας των ιταλικών κατοχικών στρατευμάτων. Από τα τέλη του 1942 μέχρι τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας τον Σεπτέμβρη του 1943, οι ιταλικές δυνάμεις οργάνωσαν αιματηρές εκκαθαριστικές επιχειρήσεις κατά των ανταρτών, πυρπόλησαν και λεηλάτησαν χωριά, συνέλαβαν και εκτέλεσαν ομήρους και προχώρησαν σε βάρβαρα αντίποινα κατά αμάχων, όπως στο Δομένικο (16 Φεβρουαρίου 1943), στον Αλμυρό (15 Αυγούστου 1943) και αλλού. Αλλωστε σε αυτά αναφερόταν και το βιβλίο του Paolo Fonzi και, υπό μια έννοια, το εισαγωγικό κείμενο της έκθεσης ήταν σε «διάλογο» με το βιβλίο.

Η παρουσίαση του βιβλίου έγινε στις 5 Φεβρουαρίου 2026 και είχε μεγάλη επιτυχία, καθώς ήλθε πλήθος κόσμου και έγινε ενδιαφέρουσα συζήτηση. Η έκθεση, όμως, ενώ ήταν έτοιμη, δεν πραγματοποιήθηκε. Οσο και εάν φαίνεται απίστευτο, η έκθεση φωτογραφίας για την Κατοχή στο Ιταλικό Μορφωτικό Ινστιτούτο ακυρώθηκε χωρίς να έχει δοθεί καμιά εξήγηση μέχρι σήμερα από την ιταλική πλευρά!

Είναι αλήθεια ότι η Ιταλία μεταπολεμικά δεν αντιμετώπισε το φασιστικό παρελθόν και τα εγκλήματα που τα ιταλικά στρατεύματα διέπραξαν στις κατεχόμενες χώρες κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου με τον τρόπο που η Γερμανία αντιμετώπισε το δικό της ναζιστικό παρελθόν, δηλαδή με την απόλυτη και χωρίς προσχήματα καταδίκη του. Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο, που υπερβαίνει τα ζητήματα της μεταπολεμικής ιστορικής κουλτούρας και αφορά την εποχή μας. Η ακύρωση της φωτογραφικής έκθεσης δείχνει τη νέα προσέγγιση του παρελθόντος από τη σημερινή ιταλική κυβέρνηση: το φασιστικό παρελθόν πλέον έχει ενσωματωθεί στην εθνική ιστορία. Και βέβαια, η εθνική ιστορία δεν μπορεί με κανέναν τρόπο και για κανέναν λόγο να αμαυρωθεί, ακόμα κι όταν συνδέεται με εγκλήματα στο παρελθόν. Ακόμα και αν, για να μην αμαυρωθεί, χρειάζεται να ακυρωθούν και η μνήμη και η Ιστορία. Ομως, η Ιστορία και η μνήμη μιας κοινωνίας δεν διαγράφονται – όπως φάνηκε και από το τεράστιο ενδιαφέρον για τις φωτογραφίες από την εκτέλεση των 200 κομμουνιστών από τους Γερμανούς την Πρωτομαγιά του 1944.

*Καθηγητή Ιστορίας, Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας