Στο πρόγραμμα «Σπίτι μου Ι» εστιάζει ο ΠΑΝΣΥΠΟ (Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ) διατυπώνοντας σημαντικά ερωτήματα και στέλνοντας το μήνυμα πως «τα χρήματα της εργατικής κατοικίας δεν είναι κυβερνητικό ταμείο επικοινωνίας».
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ τονίζει μεταξύ άλλων ότι «κοινωνική πολιτική χωρίς διαφάνεια δεν είναι κοινωνική πολιτική», καθώς και ότι «κοινωνική πολιτική χωρίς έλεγχο δεν είναι προστασία». Υπογραμμίζει ότι «το ερώτημα δεν είναι αν προβλέπονται έλεγχοι», αλλά εάν έγιναν έλεγχοι, ενώ απαιτεί «πλήρη διαφάνεια, ελέγχους και λογοδοσία».
«Η ΔΥΠΑ δεν μπορεί να λειτουργεί ως απλός χρηματοδότης τραπεζικών προϊόντων. Οφείλει να υπηρετεί τον κοινωνικό της ρόλο, με διαφάνεια, έλεγχο, δημόσια λογοδοσία και σεβασμό στην ιστορία της εργατικής κατοικίας», σημειώνει επίσης ο Σύλλογος και υπόσχεται να «συνεχίσει να υπερασπίζεται τη δημόσια κοινωνική αποστολή της ΔΥΠΑ, την περιουσία της εργατικής κατοικίας και το δικαίωμα των εργαζομένων στη στέγη».
⇒ Ακολουθεί η ανακοίνωση του ΠΑΝΣΥΠΟ:
Το πρόγραμμα «Σπίτι μου Ι» παρουσιάστηκε ως μεγάλη στεγαστική παρέμβαση για τους νέους και τα νέα ζευγάρια. Όμως πίσω από τις ανακοινώσεις, τις φωτογραφίες και τα δελτία Τύπου υπάρχει ένα κρίσιμο ζήτημα που δεν μπορεί να κρυφτεί κάτω από το χαλί: ποια χρήματα χρησιμοποιήθηκαν, ποιοι τα είχαν δημιουργήσει και ποιος τελικά ωφελήθηκε από αυτά.
Το πρόγραμμα χρηματοδοτήθηκε κατά 75% από τη Δ.ΥΠ.Α. Για το μέρος του δανείου που χρηματοδοτείται από τη Δ.ΥΠ.Α δεν οφείλεται τόκος, ενώ το υπόλοιπο 25% καλύπτεται από τις τράπεζες. Αυτό προβλέπεται ρητά στο θεσμικό πλαίσιο του προγράμματος.
Σύμφωνα μάλιστα με τον ίδιο τον απολογισμό δράσεων της Δ.ΥΠ.Α για το 2025, μέσω του προγράμματος «Σπίτι μου» είχαν ήδη εκταμιευθεί 7.805 δάνεια, συνολικού ύψους περίπου 751 εκατ. ευρώ, με τη συμμετοχή της ΔΥΠΑ να ανέρχεται σε 563 εκατ. ευρώ. Δηλαδή, από τα 751 εκατ. ευρώ που εκταμιεύθηκαν, τα 563 εκατ. ευρώ προήλθαν από τη Δ.ΥΠ.Α. από τα αποθεματικά του ΟΕΚ.
Οι πόροι της εργατικής κατοικίας δεν φύτρωσαν από μόνοι τους. Συνδέονται με τις εισφορές των εργαζομένων, με τη μισθωτή εργασία, με τον κοινωνικό σκοπό του πρώην ΟΕΚ, με την υποχρέωση της Πολιτείας να στηρίζει την κατοικία εκείνων που πλήρωσαν και στήριξαν επί δεκαετίες αυτόν τον θεσμό.
Οι εργαζόμενοι πλήρωσαν εισφορές υπέρ ΟΕΚ για να υπάρχει εργατική κατοικία. Για να υπάρχει κοινωνική στεγαστική πολιτική. Για να υπάρχουν προγράμματα που υπηρετούν τον κόσμο της εργασίας, όχι για να μετατρέπονται τα αποθεματικά της εργατικής κατοικίας σε γενικό ταμείο τραπεζικής στεγαστικής χρηματοδότησης.
Και όμως, στο «Σπίτι μου Ι», δεν τέθηκε ως προϋπόθεση ο δικαιούχος να έχει καταβάλει εισφορές υπέρ ΟΕΚ. Δεν υπήρξε ειδική προτεραιότητα για τους μισθωτούς που χρηματοδότησαν ιστορικά το αποθεματικό της εργατικής κατοικίας. Τα κριτήρια ήταν ηλικιακά, εισοδηματικά, περιουσιακά και τραπεζικά. Όχι εισφορικά. Η αίτηση γινόταν σε συνεργαζόμενη τράπεζα της επιλογής του δανειολήπτη, καθώς το ίδιο το πρόγραμμα υλοποιήθηκε μέσω τραπεζών.
Αυτό σημαίνει ότι πόροι εργατικής προέλευσης μπορούσαν να κατευθυνθούν και σε πρόσωπα που δεν είχαν συμβάλει στη δημιουργία τους, εφόσον πληρούσαν τα γενικά κριτήρια του προγράμματος.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ το λέει καθαρά: η στήριξη της πρώτης κατοικίας είναι αναγκαία. Η στεγαστική κρίση είναι πραγματική. Τα ενοίκια έχουν γίνει θηλιά για χιλιάδες νοικοκυριά. Οι νέοι εργαζόμενοι, οι οικογένειες, οι χαμηλόμισθοι, οι άνεργοι, οι άνθρωποι που ζουν από τον μισθό τους, χρειάζονται ουσιαστική στεγαστική προστασία.
Αλλά κοινωνική πολιτική χωρίς διαφάνεια δεν είναι κοινωνική πολιτική.
Κοινωνική πολιτική χωρίς έλεγχο δεν είναι προστασία.
Κοινωνική πολιτική που χρησιμοποιεί χρήματα της εργατικής κατοικίας χωρίς να λογοδοτεί στους εργαζόμενους είναι θεσμική πρόκληση.
Το «Σπίτι μου Ι» είχε ρητό σκοπό: την αγορά πρώτης κύριας κατοικίας. Το ίδιο το πρόγραμμα της Δ.ΥΠ.Α αναφέρει ότι αφορά χορήγηση χαμηλότοκων ή άτοκων στεγαστικών δανείων για αγορά πρώτης κατοικίας. Ο νόμος 5006/2022 προβλέπει επίσης ότι το δάνειο κατευθύνεται στην αγορά πρώτης κύριας κατοικίας των δικαιούχων.
Άρα δεν αρκεί να εγκρίθηκε ένα δάνειο. Δεν αρκεί να υπογράφηκε ένα συμβόλαιο. Δεν αρκεί να εκταμιεύθηκαν τα χρήματα.
Το κρίσιμο είναι αν τα ακίνητα αυτά χρησιμοποιούνται πράγματι ως πρώτη κύρια κατοικία. Αν κατοικούνται από τους δικαιούχους. Αν δεν εκμισθώνονται. Αν δεν παραχωρούνται. Αν δεν μετατρέπονται σε περιουσιακό όφελος ξένο προς τον κοινωνικό σκοπό του προγράμματος.
Η ίδια η ΚΥΑ του προγράμματος προβλέπει ελέγχους από τη Δ.ΥΠ.Α και την ΕΑΤ, δειγματοληπτικούς ή πλήρεις, ως προς την πλήρωση των κριτηρίων επιλεξιμότητας των δανειοληπτών και των ακινήτων. Προβλέπει επίσης ότι, εφόσον διαπιστωθεί ότι τα κριτήρια επιλεξιμότητας δεν συντρέχουν, η Δ.ΥΠ.Α αναζητά το ποσό της συμμετοχής της στο δάνειο.
Επομένως, το ερώτημα δεν είναι αν προβλέπονται έλεγχοι. Το ερώτημα είναι αν έγιναν.
Πόσοι έλεγχοι έγιναν;
Ήταν πλήρεις ή δειγματοληπτικοί;
Ποια υπηρεσία τους διενήργησε;
Ποιο ήταν το δείγμα;
Ποια ήταν τα ευρήματα;
Έγιναν επιτόπιες αυτοψίες στα ακίνητα;
Ελέγχθηκε η πραγματική χρήση τους ως πρώτης κύριας κατοικίας;
Διαπιστώθηκαν περιπτώσεις εκμίσθωσης ή μη κατοίκησης;
Αναζητήθηκαν ποσά συμμετοχής της Δ.ΥΠ.Α σε περιπτώσεις παραβίασης των όρων;
Όταν η Δ.ΥΠ.Α έχει συμμετάσχει με 563 εκατομμύρια ευρώ, κανείς δεν δικαιούται να απαντά με γενικόλογα.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ, ως Πανελλήνιος Σύλλογος Υπαλλήλων ΟΑΕΔ – τ. ΟΕΕ – τ. ΟΕΚ, έχει ειδικό θεσμικό και ηθικό λόγο να μιλά γι’ αυτά τα ζητήματα. Ο Σύλλογός μας προέρχεται από την ιστορική συνένωση των Συλλόγων των υπαλλήλων του ΟΑΕΔ, του Οργανισμού Εργατικής Εστίας και του Οργανισμού Εργατικής Κατοικίας. Δεν είμαστε εξωτερικοί παρατηρητές. Γνωρίζουμε τι σημαίνει ΟΕΚ. Γνωρίζουμε τι σημαίνει εργατική κατοικία. Γνωρίζουμε τι σημαίνει να χάνονται θεσμοί που χτίστηκαν με τον κόπο και τις εισφορές των εργαζομένων.
Γι’ αυτό δεν πρόκειται να σιωπήσουμε.
Δεν θα δεχθούμε τα αποθεματικά και την περιουσία της εργατικής κατοικίας να αντιμετωπίζονται σαν ένα εύκολο ταμείο για κυβερνητικές εξαγγελίες.
Δεν θα δεχθούμε να εμφανίζεται η Δ.ΥΠ.Α μόνο ως χρηματοδότης, χωρίς να υπάρχει πλήρης δημόσια εικόνα για το πού πήγαν τα χρήματα, ποιοι ωφελήθηκαν, με ποια κριτήρια και με ποιους ελέγχους.
Δεν θα δεχθούμε να βαφτίζεται κοινωνική πολιτική ένα πρόγραμμα στο οποίο οι τράπεζες είχαν κεντρικό ρόλο, ενώ οι εργαζόμενοι που δημιούργησαν τους πόρους δεν είχαν αντίστοιχη θεσμική προτεραιότητα.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ ζητά άμεσα:
- Να δημοσιοποιηθούν αναλυτικά στοιχεία για τα 7.805 εκταμιευμένα δάνεια του προγράμματος «Σπίτι μου Ι».
- Να παρουσιαστεί το συνολικό ποσό που εκταμιεύθηκε, το ποσό που καλύφθηκε από τη Δ.ΥΠ.Α και το ποσό που καλύφθηκε από τις τράπεζες.
- Να δοθεί κατανομή των ωφελούμενων ανά κατηγορία απασχόλησης: μισθωτοί, ελεύθεροι επαγγελματίες, αυτοαπασχολούμενοι, λοιπές κατηγορίες.
- Να απαντηθεί πόσοι από τους ωφελούμενους είχαν εισφορική σχέση που συνδέεται με τον πρώην ΟΕΚ και πόσοι δεν είχαν.
- Να δημοσιοποιηθούν τα στοιχεία των ελέγχων που προβλέπει η ΚΥΑ: αριθμός ελέγχων, είδος ελέγχων, φορέας διενέργειας, ευρήματα και τυχόν αναζητήσεις ποσών.
- Να απαντηθεί καθαρά αν έγιναν επιτόπιες αυτοψίες στα ακίνητα.
- Να ελεγχθεί η πραγματική χρήση των κατοικιών ως πρώτης κύριας κατοικίας.
- Να διασφαλιστεί ότι κανένα ακίνητο που αποκτήθηκε με πόρους της Δ.ΥΠ.Α δεν αξιοποιείται κατά παράβαση του κοινωνικού σκοπού του προγράμματος.
- Να θεσμοθετηθεί, για κάθε μελλοντικό στεγαστικό πρόγραμμα που χρηματοδοτείται από πόρους της Δ.ΥΠ.Α και της εργατικής κατοικίας, ειδική προτεραιότητα υπέρ των εργαζομένων που συνέβαλαν στη δημιουργία αυτών των πόρων.
Η εργατική κατοικία δεν είναι μια ανάμνηση. Οι πόροι του πρώην ΟΕΚ δεν είναι πολιτικό λάφυρο. Είναι χρήματα των εργαζομένων.
Η Δ.ΥΠ.Α δεν μπορεί να λειτουργεί ως απλός χρηματοδότης τραπεζικών προϊόντων. Οφείλει να υπηρετεί τον κοινωνικό της ρόλο, με διαφάνεια, έλεγχο, δημόσια λογοδοσία και σεβασμό στην ιστορία της εργατικής κατοικίας.
Ο ΠΑΝΣΥΠΟ θα συνεχίσει να υπερασπίζεται τη δημόσια κοινωνική αποστολή της ΔΥΠΑ, την περιουσία της εργατικής κατοικίας και το δικαίωμα των εργαζομένων στη στέγη.
Γιατί η στέγη δεν είναι προνόμιο.
Δεν είναι επικοινωνιακό σύνθημα.
Δεν είναι τραπεζικό προϊόν.
Είναι κοινωνικό δικαίωμα.
Και τα χρήματα των εργαζομένων απαιτούν σεβασμό, έλεγχο και λογοδοσία.
