Ο Νεπαλέζος Ντάουα Σέρπα που επέζησε ως εκ θαύματος επί μία εβδομάδα, μόνος του στις παγωμένες πλαγιές του Έβερεστ, έχοντας περάσει και τρεις ολόκληρες ημέρες στο βάθος ενός ρήγματος σε παγετώνα, αφηγήθηκε στο Γαλλικό Πρακτορείο πώς ξεγέλασε τον θάνατο. «Είμαι πολύ χαρούμενος που επέστρεψα, νόμιζα ότι θα πέθαινα εκεί», είπε ο Ντάουα Σέρπα, που πλέον αναρρώνει σε ένα διαμέρισμα στην Κατμαντού, μαζί με την οικογένειά του.
Ο 57χρονος Ντάουα Σέρπα βρέθηκε ζωντανός στις 4 Ιουνίου κατά τύχη, σε μικρή απόσταση από την κατασκήνωση βάσης της υψηλότερης κορυφής του πλανήτη. Ο αποκαλούμενος και «Χίλαρι», από τον θρυλικό ορειβάτη Έντμουντ Χίλαρι, εργαζόταν ως μάγειρας στον Καταυλισμό 2 του Έβερεστ, για μια μικρή εταιρεία που οργανώνει αναβάσεις στο Έβερεστ, τη Himalayan Traverse Adventure.
«Του είπα να συνεχίσει, ότι θα τον έφτανα»
Η εταιρεία του ζήτησε να αντικαταστήσει έναν οδηγό βουνού, αν και ο ίδιος δεν έχει πατήσει ποτέ του στην κορυφή. Ο Ντάουα Σέρπα έφτασε μέχρι το «Μπαλκόνι», στα 8.400 μέτρα, στις 28 Μαΐου. Στη συνέχεια, αφού έπεσε η νύχτα, ξεκίνησε την κατάβαση, μαζί με τον Βρετανό ορειβάτη Κρις Θραλ, τον Πολωνό Μάριους Κμιελέφσκι και τον οδηγό βουνού Πασάνγκ Κάτζι Σέρπα.
Ο Κρις Θραλ ήταν ο τελευταίος άνθρωπος που είδε τον Ντάουα, ενώ βρίσκονταν σε υψόμετρο 7.900 μέτρων. Όπως εξήγησε ο Ντάουα, καθυστερούσε επειδή δεν είχε οξυγόνο και είπε στον Θραλ να συνεχίσει την κατάβαση χωρίς αυτόν. «Του είπα να συνεχίσει, ότι θα τον έφτανα. Αλλά όταν το οξυγόνο μου τελείωσε, δεν μπορούσα πλέον να κουνήσω τα χέρια και τα πόδια μου. Έμεινα κρεμασμένος από το σχοινί επί περίπου μισή ώρα».

Μόνος και εξαντλημένος κατάφερε, πολύ αργά, να φτάσει σε μια σκηνή και εκεί βρήκε λίγα ζυμαρικά. «Τα έφαγα και ξαναβρήκα το κουράγιο μου (…) Μετά, κατέβηκα στον Καταυλισμό 3, στα 7.100 μέτρα», όπου πέρασε τη νύχτα ακούγοντας τις εκκωφαντικές ριπές του ανέμου. «Ζέστανα νερό (…) ετοίμασα λίγο χυλό και έφαγα».
Στο μεταξύ, η υπόλοιπη ομάδα είχε φτάσει στον Καταυλισμό 2 και ενημέρωσε την εταιρεία. Αλλά οι επιχειρήσεις έρευνας και διάσωσης καθυστέρησαν. Ο Σέρπα είπε ότι διέθετε δορυφορικό τηλέφωνο, αλλά δεν κατάφερε να το θέσει σε λειτουργία. Οι μπαταρίες στο γουόκι-τόκι του είχαν ξεφορτίσει.
«Ο τραυματισμός στο πόδι»
Ο Ντάουα Σέρπα συνέχισε την πορεία του την επόμενη ημέρα και έφτασε στον Καταυλισμό 2, όμως και πάλι όλοι οι άλλοι ορειβάτες είχαν ήδη φύγει. Για άλλη μια φορά, ήταν μόνος. Υπολόγιζε να συνεχίσει μέχρι τον Καταυλισμό Βάσης με μία προσπάθεια όμως, ενώ κατέβαινε τον παγετώνα Χούμπου, ένα πολύ δύσκολο σημείο της διαδρομής, έπεσε σε μια σχισμή.
«Γλίστρησα και έπεσα, έμεινα κρεμασμένος εκεί για πολλή ώρα» ενώ ταυτόχρονα κρατούσε έναν σάκο βάρους 28 κιλών, που περιείχε οκτώ άδειες φιάλες οξυγόνου και τους υπνόσακους των πελατών. Άφησε το βάρος να πέσει αφού τα χέρια του κουράστηκαν. Τελικά, μην έχοντας πια τη δύναμη να παραμείνει γαντζωμένος, αφέθηκε να πέσει και ο ίδιος. «Χτύπησα το κεφάλι μου, αλλά έπεσα σε επίπεδη επιφάνεια», με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο πόδι.

Παγιδευμένος στη σχισμή
Ψάχνοντας στις τσέπες του, βρήκε μέσα παγωμένη σοκολάτα και καφέ. «Είχα μπισκότα, σοκολάτα και καφέ στις τσέπες μου. Δεν είχα ζεστό νερό, έσπαγα τον πάγο για να δροσίσω το στόμα μου».
Στις 3 Ιουνίου, έξι ημέρες αφού ξεκίνησε η περιπέτειά του, ακούστηκε ένα ελικόπτερο, όμως εκείνος βρισκόταν μακριά, στο βάθος της ρωγμής. «Ήξερα ότι έφτασε ένα ελικόπτερο, άκουγα τον θόρυβο, αλλά δεν το έβλεπα».
Ο Ντάουα Σέρπα έμεινε δύο νύχτες παγιδευμένος στη σχισμή, αδυνατώντας να σκαρφαλώσει στη λεία, κάθετη πλαγιά. «Δεν είχα πού να πάω. Αναρωτιόμουν αν θα ζούσα ή θα πέθαινα, ήλπιζα μόνο να έρθει κάποιος να με σώσει. Αλλά δεν ήρθε κανείς. Αυτό που με έσωσε, ήταν μια χιονοστιβάδα».
Η σωτήρια χιονοστιβάδα
Η χιονοστιβάδα γέμισε τη σχισμή με χιόνι, επιτρέποντάς του να πιαστεί από κάπου και να συρθεί προς τα έξω. «Ήταν πολύ δύσκολο, χρειάστηκα μια ώρα, να κρατάω τον πάγο και να γαντζώνομαι με τα κραμπόν», τα ειδικά καρφιά των ορειβατικών παπουτσιών. «Όταν έφτασα σε επίπεδο έδαφος, κατάλαβα ότι θα ζούσα».
Ο Ντάουα Σέρπα βρήκε ένα σχοινί καθοδήγησης και το ακολούθησε σέρνοντας προς τα κάτω, μέχρι που έφτασε κοντά στον Καταυλισμό Βάσης. Εκεί, το πρωί της 4ης Ιουνίου, τον βρήκε μια ομάδα Νεπαλέζων που καθαρίζει το Έβερεστ από τα απορρίμματα που αφήνουν πίσω τους οι ορειβάτες. «Ήμουν καταχαρούμενος που τους είδα, βεβαιώθηκα ότι θα ζούσα».
Μεταφέρθηκε με ελικόπτερο στην Κατμαντού, όπου οι γιατροί φρόντισαν το κάταγμά του στον μηρό, τα κρυοπαγήματά του και την αφυδάτωση. Η απίθανη ιστορία του σκόρπισε χαρά στους ορειβάτες αλλά και οργή στην οικογένειά του, για την ανικανότητα των διασωστών να τον εντοπίσουν νωρίτερα. Η κυβέρνηση του Νεπάλ διέξαγει έρευνα για την υπόθεση.
Όταν ρωτήθηκε αν είναι έτοιμος να επιστρέψει στο βουνό για να εργαστεί, ο Ντάουα Σέρπα διαβεβαιώνει ότι δεν θα ξαναασχοληθεί με την ορειβασία ποτέ ξανά. «Δεν θα γυρίσω ποτέ. Ίσως μόνο για μια πεζοπορία», είπε.
