Η Ελλάδα παρουσιάζεται ως γεωπολιτικά αναβαθμισμένη στον ενεργειακό χάρτη. Την ίδια στιγμή, όμως, καταγράφει την υψηλότερη ενεργειακή φτώχεια στην Ε.Ε., αποδεικνύοντας πως η ενέργεια αντιμετωπίζεται ως εμπόρευμα και όχι ως κοινωνικό αγαθό.
Η απόσταση ανάμεσα στις κυβερνητικές εξαγγελίες και την καθημερινότητα των πολιτών δεν μετριέται πλέον σε χιλιόμετρα αγωγών, αλλά σε βαθμούς Κελσίου μέσα στα σπίτια. Ενώ το αφήγημα της «γεωπολιτικής αναβάθμισης» και της Ελλάδας ως «ενεργειακού κόμβου» κυριαρχεί στον δημόσιο λόγο, τα στοιχεία της Eurostat στις αρχές του 2026 αποτυπώνουν μια διαφορετική, σκληρή πραγματικότητα.
Σχεδόν ένας στους πέντε πολίτες στην Ελλάδα δηλώνει ότι αδυνατεί να θερμάνει επαρκώς την κατοικία του. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ενωση! Η ενεργειακή φτώχεια δεν είναι πια περιθωριακό φαινόμενο, αλλά δομικό κοινωνικό πρόβλημα που αγγίζει εκατομμύρια νοικοκυριά.
Αυτή η εξέλιξη δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά σε εξωγενείς κρίσεις. Είναι αποτέλεσμα ενός ενεργειακού μοντέλου που αφήνει τους καταναλωτές εκτεθειμένους στις διακυμάνσεις της αγοράς, χωρίς επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου και προστασίας. Η ενέργεια αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως εμπόρευμα, όχι ως βασικό κοινωνικό αγαθό.
Ο αγωγός East Med παρουσιάστηκε επί χρόνια ως κεντρικός πυλώνας της ελληνικής ενεργειακής και εξωτερικής πολιτικής. Η εγκατάλειψή του, ωστόσο, έγινε χωρίς έναν σαφή εναλλακτικό σχεδιασμό και χωρίς ουσιαστική δημόσια λογοδοσία.
Στη θέση του αναδείχθηκε ένα γενικόλογο αφήγημα περί «ενεργειακού κόμβου», βασισμένο κυρίως στη διαμετακόμιση ακριβού υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Ομως η μετατροπή της χώρας σε ενδιάμεσο κόμβο μεταφοράς ενέργειας δεν συνοδεύτηκε από εγγυήσεις για χαμηλότερο κόστος για την εγχώρια κατανάλωση ή για τη βιομηχανία. Αντίθετα, το κόστος μετακυλίστηκε στους τελικούς καταναλωτές.
Οταν η ενέργεια γίνεται απρόσιτη, δεν πλήττεται μόνο το βιοτικό επίπεδο. Πλήττεται η κοινωνική συνοχή, η παραγωγική βάση και η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Η συσσώρευση δισεκατομμυρίων ευρώ σε ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους παρόχους ενέργειας και η αδυναμία χιλιάδων νοικοκυριών να ανταποκριθούν στο κόστος της ενέργειας καταρρίπτουν το αφήγημα της «επιτυχίας» και δεν είναι απλώς άλλο ένα οικονομικό μέγεθος, αλλά ένδειξη κοινωνικής ασφυξίας.
Η επιτυχία μιας ενεργειακής πολιτικής δεν μπορεί να κρίνεται από την ποσότητα των δελτίων Τύπου ή από τους γεωπολιτικούς τίτλους. Κρίνεται από το αν οι πολίτες μπορούν να ζεσταθούν τον χειμώνα και να καλύψουν βασικές ανάγκες χωρίς να οδηγούνται σε υπερχρέωση.
Η χώρα χρειάζεται μια συνεκτική ενεργειακή πολιτική με σαφές κοινωνικό πρόσημο:
● Ουσιαστική προστασία των καταναλωτών από ακραίες ανατιμήσεις και πρακτικές αισχροκέρδειας.
● Εθνικό σχέδιο ενεργειακής αυτονομίας με έμφαση στις ενεργειακές κοινότητες και τη συμμετοχή των πολιτών.
● Δημόσιο έλεγχο και στρατηγικό σχεδιασμό σε κρίσιμες ενεργειακές υποδομές.
Η ενέργεια είναι θεμελιώδες δικαίωμα. Και χωρίς προσιτή ενέργεια για την κοινωνία, καμία αφήγηση περί «ενεργειακής αναβάθμισης» δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματική πρόοδος.
* Βουλευτής Α΄ Θεσσαλονίκης, εκπρ. Τύπου Κινήματος Δημοκρατίας, καθηγητής Ιατρικής, ΑΠΘ
