Η περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου βιώνει ραγδαίες και επικίνδυνες εξελίξεις, οι οποίες δεν μπορούν να αποσυνδεθούν από τη συνεχιζόμενη επίθεση κατά της Λωρίδας της Γάζας, ούτε από τις προσπάθειες επαναχάραξης των χαρτών περιφερειακής επιρροής υπό τους τίτλους της ασφάλειας, της ενέργειας και του λεγόμενου «day after».
Σε αυτό το πλαίσιο, ο ελληνικός ρόλος προβάλλει ως ένα από τα βασικά ζητήματα που επιχειρείται να ενταχθούν σταδιακά σε στρατιωτικές και ασφαλιστικές εξισώσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα πραγματικά συμφέροντα της Ελλάδας και δεν εξυπηρετούν ούτε την περιφερειακή σταθερότητα ούτε τη διεθνή δικαιοσύνη.
Η χθεσινή τριμερής συνάντηση στο Ισραήλ, με τη συμμετοχή του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπενιαμίν Νετανιάχου, του προέδρου της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ελληνα πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη, με αντικείμενο ζητήματα συνεργασίας στην Ανατολική Μεσόγειο, και κυρίως στους τομείς της ασφάλειας και της ενέργειας, έλαβε χώρα σε μια εξαιρετικά ευαίσθητη συγκυρία.
Ο Νετανιάχου βρίσκεται αντιμέτωπος με διεθνή νομική δίωξη για εγκλήματα πολέμου στη Γάζα. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά πολιτικά και ηθικά ερωτήματα σχετικά με τη φύση των συνεργασιών που οικοδομούνται υπό αυτές τις συνθήκες, καθώς και για τα όρια της νομικής και πολιτικής ευθύνης που συνεπάγεται κάθε εμπλοκή σε ρυθμίσεις που αφορούν τη «μετά την επίθεση» περίοδο ενός πολέμου που δεν έχει ακόμη τερματιστεί και επεκτείνεται σήμερα και στα υπόλοιπα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.
Εύλογα, λοιπόν, επανέρχεται το ζήτημα της συμμετοχής της Ελλάδας στη λεγόμενη «επόμενη ημέρα» στη Γάζα, χωρίς τη συμμετοχή της παλαιστινιακής πλευράς, εκπροσωπούμενης από την Οργάνωση για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης (PLO). Η διαχείριση των συνεπειών της επίθεσης και του πολέμου χωρίς την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτιών τους –δηλαδή της κατοχής και της απουσίας πολιτικής λύσης– ισοδυναμεί πρακτικά με συμβολή στη νομιμοποίηση μιας πραγματικότητας που επιβλήθηκε με την ισραηλινή στρατιωτική ισχύ και με αμερικανική συμμετοχή.
Ατυπος περιφερειακός συνασπισμός
Οι διαστάσεις αυτής της προσπάθειας «έλξης» της Ελλάδας γίνονται ακόμα πιο σαφείς μέσα από όσα δημοσίευσε η ισραηλινή εφημερίδα Maariv, η οποία αποκάλυψε ότι το Ισραήλ έχει προχωρήσει ενεργά στη διαμόρφωση ενός περιφερειακού συνασπισμού με τη συμμετοχή της Ελλάδας και της Κύπρου, με στόχο την αντιμετώπιση αυτού που περιγράφει ως «τουρκική επέκταση» στην Ανατολική Μεσόγειο, στη Λιβύη, στη Συρία και στη Γάζα.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, δεν πρόκειται απλώς για πολιτικό συντονισμό, αλλά για έναν άμεσο στρατιωτικό σχεδιασμό, υπό την καθοδήγηση του διοικητή της ισραηλινής πολεμικής αεροπορίας, που περιλαμβάνει τριμερείς συναντήσεις με τους ομολόγους του στην Ελλάδα και στην Κύπρο, κοινές ασκήσεις, καθώς και την ανάπτυξη ολοκληρωμένων συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας.
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η ισραηλινή αντίληψη της Κύπρου ως «προκεχωρημένου αεροπλανοφόρου». Κατά τη διάρκεια του πολέμου και της γενοκτόνου επίθεσης, τα κυπριακά αεροδρόμια χρησιμοποιήθηκαν ως στρατηγικές εναλλακτικές βάσεις για την ισραηλινή αεροπορία, ενώ πραγματοποιούνται ασκήσεις για τη χρήση τους σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης.
Αυτή η προσέγγιση εγείρει εύλογα ερωτήματα για τον ρόλο που επιδιώκεται να αναλάβει η Ελλάδα στο μέλλον: θα είναι εταίρος στη διατήρηση της σταθερότητας ή μια προκεχωρημένη πλατφόρμα σε περιφερειακές συγκρούσεις που ενδέχεται να εξελιχθούν σε ανοιχτούς πολέμους, χωρίς να εξυπηρετούν τα συμφέροντα και την ασφάλεια του ελληνικού λαού, στο πλαίσιο της αμερικανικής αντίληψης για την περιοχή;
Η σύνδεση της Γάζας με τα ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου και η συγχώνευση της ενέργειας, των συμφωνιών για το φυσικό αέριο –συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης συμφωνίας μεταξύ Αιγύπτου και Ισραήλ–, των εναέριων διαδρόμων και των στρατιωτικών συμμαχιών σε ένα ενιαίο πλαίσιο, δείχνει ότι η συζήτηση περί «μη μαχητικής» ελληνικής συμμετοχής αποκρύπτει ένα ευρύτερο σχέδιο στρατιωτικοποίησης της περιοχής. Πρόκειται για ένα σχέδιο που εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για τη σταθερότητα και φέρνει την Ελλάδα αντιμέτωπη με επιλογές που ενδέχεται να συγκρούονται με την ιστορική εμπειρία του ελληνικού λαού στην αντίσταση απέναντι σε κατοχές, από την οθωμανική κυριαρχία έως τη ναζιστική θηριωδία, καθώς και με τις αρχές του διεθνούς δικαίου που η Ελλάδα διακηρύσσει διαχρονικά ότι σέβεται.
Από την άλλη πλευρά, δεν μπορεί να αγνοηθεί η ξεκάθαρη και διαρκής φιλική στάση του ελληνικού λαού, ο οποίος εκφράζει καθημερινά την έμπρακτη αλληλεγγύη του προς τον παλαιστινιακό λαό και τον δίκαιο αγώνα του. Η Ελλάδα γνώρισε και πρόσφατα –όπως και τις προηγούμενες δεκαετίες– ένα κύμα λαϊκών, συνδικαλιστικών και πολιτιστικών κινητοποιήσεων υπέρ της Παλαιστίνης. Κατά την πρόσφατη επίσκεψή μου συμμετείχα σε αρκετές από αυτές, συμπεριλαμβανομένης της συνέντευξης Τύπου με το Ιδρυμα «Μνήμη και Δράση Μανώλης Γλέζος», όπου ξεκίνησε εκστρατεία συλλογής υπογραφών με αίτημα την ουσιαστική πίεση της ελληνικής κυβέρνησης προς το Ισραήλ για την απελευθέρωση των ηγετικών κρατουμένων Μαρουάν Μπαργούθι και Αχμάντ Σααντάτ, καθώς και όλων των Παλαιστίνιων κρατουμένων.
Διάσταση κυβέρνησης – κοινωνίας
Αυτή η λαϊκή κινητοποίηση αποκαλύπτει με σαφήνεια το χάσμα ανάμεσα στο κοινωνικό αίσθημα και σε ορισμένες επίσημες επιλογές της σημερινής δεξιάς κυβέρνησης και επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να διαθέτει τη δυνατότητα να σταθεί στο πλευρό της δικαιοσύνης και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
Η Γάζα σήμερα δεν χρειάζεται πρόσθετες δυνάμεις ούτε νέες «ρυθμίσεις ασφάλειας» που θα αναπαράγουν την κατοχή με διαφορετικές ονομασίες, θα διχοτομήσουν την περιοχή και θα την αποκόψουν από τη Δυτική Οχθη. Αυτό που απαιτείται είναι ο άμεσος τερματισμός της επίθεσης, το τέλος της κατοχής και η εκκίνηση μιας ουσιαστικής πολιτικής διαδικασίας, βασισμένης στο διεθνές δίκαιο και στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, που θα οδηγήσει πρωτίστως στον τερματισμό της εποικιστικής αποικιακής κατοχής και στην άσκηση του δικαιώματος του παλαιστινιακού λαού για αυτοδιάθεση και για δημιουργία ανεξάρτητου, κυρίαρχου κράτους.
Εάν η Ελλάδα επιθυμεί να διαδραματίσει έναν θετικό και ουσιαστικό ρόλο στην περιοχή, η φυσική της θέση είναι η ξεκάθαρη στήριξη αυτής της πορείας, χωρίς διπλά μέτρα, πολιτική υποκρισία ή επιλεκτική ευαισθησία, και όχι η εμπλοκή σε αμφιλεγόμενα στρατιωτικά σχέδια που ενδέχεται να τη βαραίνουν ιστορικά και πολιτικά.
Η Ελλάδα με την ιστορία της, τους αγώνες του λαού της και τη δημοκρατική της παράδοση, καλείται σήμερα να επιλέξει τη θέση που συνάδει με τις αξίες και τα συμφέροντά της, με τη φωνή του λαού της και των προοδευτικών της δυνάμεων, με την πολιτική κληρονομιά της σύγχρονης ελληνικής πολιτείας του Ανδρέα Παπανδρέου, αλλά και με τις φωνές των λαών όλου του κόσμου που στέκονται αλληλέγγυοι στην Παλαιστίνη.
*Πρώην επικεφαλής της διπλωματικής αντιπροσωπείας της Παλαιστινιακής Αρχής στην Ελλάδα
