«Στηρίζουμε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στο έργο της. Είναι ανεξάρτητη, ενεργεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ενωσης και όλα τα κράτη-μέλη έχουν υποχρέωση να συνεργάζονται και να υποστηρίζουν το έργο της».
Μπορεί η έκθεση της Κομισιόν για την Ελλάδα σχετικά με το κράτος δικαίου για ακόμα μία χρονιά να ασκεί κριτική-χάδι στην ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν, όπως και ο επίτροπος Δημοκρατίας, Δικαιοσύνης και Κράτους Δικαίου που παρουσίασαν την έκθεση ήταν ξεκάθαροι.
Η «Εφ.Συν.» τούς ρώτησε για τις πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη περί εμπλοκής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην εσωτερική πολιτική αντιπαράθεση. Ρωτήσαμε επίσης εάν η Κομισιόν συμμερίζεται αυτή την άποψη και αν εξακολουθεί να στηρίζει το έργο τής EPPO και της επικεφαλής της.
Και η απάντηση ήταν αφοπλιστική. «Στηρίζουμε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και είναι ένας αντικειμενικός θεσμός» υποστήριξε η εκτελεστική αντιπρόεδρος της Κομισιόν, Χένα Βιρκούνεν. Την απόλυτη στήριξή του εξέφρασε και ο επίτροπος Μάικλ ΜακΓκραθ, ο οποίος σημείωσε παράλληλα ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επιτελεί πολύ σημαντικό έργο για λογαριασμό της Ε.Ε.
Ο ίδιος ενημέρωσε ότι έως το τέλος του έτους η Επιτροπή θα παρουσιάσει πρόταση αναθεώρησης του κανονισμού λειτουργίας της στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής για την καταπολέμηση της απάτης.
«Γενικά αποτελεσματική» η συνεργασία
Στην έκθεσή της πάντως η Κομισιόν κάνει ειδική αναφορά στη συνεργασία των ελληνικών Αρχών με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σημειώνοντας ότι παραμένει «γενικά αποτελεσματική» και ότι ο αριθμός των Ευρωπαίων Εντεταλμένων Εισαγγελέων στην Ελλάδα αυξήθηκε από επτά το 2023 σε δεκατρείς το 2026.
Παράλληλα υπενθυμίζει ότι τον Απρίλιο του 2026 η Βουλή ήρε την ασυλία 13 βουλευτών κατόπιν αιτημάτων τής EPPO, επιτρέποντας στις εισαγγελικές αρχές να προχωρήσουν στις σχετικές υποθέσεις, ενώ σε άλλες τέσσερις περιπτώσεις η σχετική άδεια δεν χορηγήθηκε. Παρ’ όλο που θεωρείται σίγουρο ότι οι ειδικοί της Κομισιόν ρώτησαν την EPPO για τη σχέση της με την Ελλάδα -όπως και με τις άλλες χώρες-, εκτιμάται ότι αυτή η επικοινωνία έγινε πριν από την επιστολή της Λάουρας Κοβέσι στην Κομισιόν.
Σε γενικές γραμμές η έκθεση για το Κράτος Δικαίου για ακόμα μία χρονιά αποτελεί μια πολιτική προσπάθεια της Κομισιόν να προσφέρει στήριξη στην ελληνική κυβέρνηση. Ωστόσο οι γραφειοκράτες της Επιτροπής δεν της έκαναν τελικά το χατίρι -που είχε ζητήσει ο υπουργός Επικρατείας όταν είχε επισκεφτεί τον επίτροπο για το θέμα- να μειώσει τις συστάσεις της Κομισιόν για την Ελλάδα. Οι συστάσεις παρέμειναν τέσσερις, όπως και το 2025.
Αλλά η κριτική περιορίζεται εκεί. Η αναφορά στο σκάνδαλο των υποκλοπών καταγράφει ότι η υπόθεση είναι στις δικαστικές αρχές, η προσπάθεια συγκάλυψης της υπόθεσης των Τεμπών δεν υπάρχει πουθενά, ενώ για τον ΟΠΕΚΕΠΕ η αναφορά παραπέμπει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
Αιχμές για Δικαιοσύνη και ψηφιοποίηση
Στην ουσία ελάχιστες αιχμές συμπεριλαμβάνονται στην έκθεση και αυτές αφορούν τη λειτουργία της Δικαιοσύνης και την ψηφιοποίηση. Πιο έντονη είναι η κριτική σχετικά με τα αιτήματα πρόσβασης σε έγγραφα που «έχουν εγείρει ανησυχίες των ενδιαφερόμενων μερών στην Ελλάδα».
Οι συστάσεις είναι οι ίδιες με τις περσινές. Η Κομισιόν καταγράφει ότι έχει σημειωθεί περιορισμένη πρόοδος «στη δημιουργία ενός ισχυρού ιστορικού διώξεων και τελεσίδικων αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς, καθώς έχει δημιουργηθεί το νομικό πλαίσιο για ένα ψηφιακό μητρώο υποθέσεων διαφθοράς και το μητρώο αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία την 1η Ιανουαρίου 2027».
Ωστόσο, σημειώνει, καθώς ο αριθμός των διώξεων και των τελεσίδικων αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου, παραμένει χαμηλός, συνιστάται στην Ελλάδα να συνεχίσει τις προσπάθειες για τη δημιουργία ενός ισχυρού ιστορικού διώξεων και τελεσίδικων αποφάσεων σε υποθέσεις διαφθοράς, συμπεριλαμβανομένης της διαφθοράς υψηλού επιπέδου.
Η έκθεση αναγνωρίζει μόνο περιορισμένη πρόοδο στη βελτίωση του πλαισίου άσκησης πίεσης (lobbying), καθώς δεν έχει θεσπιστεί καμία νομοθεσία που να διευρύνει τον ορισμό του εκπροσώπου συμφερόντων, ενώ βρίσκονται σε εξέλιξη μέτρα εφαρμογής και δραστηριότητες ευαισθητοποίησης. Ως εκ τούτου συνιστάται στην Ελλάδα να βελτιώσει το πλαίσιο άσκησης πίεσης (lobbying), μεταξύ άλλων με την αναθεώρηση του ορισμού του εκπροσώπου συμφερόντων και τη διασφάλιση της αποτελεσματικής εφαρμογής.
Σε σχέση με τις εγγυήσεις για τη βελτίωση της ασφάλειας και της προστασίας των δημοσιογράφων, ιδίως όσον αφορά τις καταχρηστικές αγωγές (SLAPPs), συνιστάται στην Ελλάδα να ολοκληρώσει το έργο της ενίσχυσης των νομοθετικών και μη νομοθετικών εγγυήσεων για τη βελτίωση της ασφάλειας και της προστασίας των δημοσιογράφων ιδίως όσον αφορά τις καταχρηστικές αγωγές.
Τέλος, η Κομισιόν αναφέρει ότι έχει σημειωθεί περαιτέρω πρόοδος στην ανάπτυξη ενός δομημένου διαλόγου με τις οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών. Ωστόσο, «δεδομένου ότι ο δομημένος διάλογος δεν έχει ακόμη γίνει τακτικός και βιώσιμος και το πλαίσιο καταχώρισης παραμένει κατακερματισμένο», συνιστάται στην Ελλάδα να εντείνει τις προσπάθειες για την εδραίωση ενός τακτικού και βιώσιμου δομημένου διαλόγου και να απλοποιήσει τις απαιτήσεις καταχώρισης με σκοπό τη διατήρηση ενός ανοιχτού πλαισίου λειτουργίας τους.
