Πέτρος Θ. Πιζάνιας*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι δύο τελευταίοι γενικευμένοι εμφύλιοι πόλεμοι στην ευρωπαϊκή ήπειρο ήταν ο ισπανικός και ο ελληνικός. Στον ισπανικό σχεδόν δεν υπήρξε χωριό που να μην έζησε την εμφύλια σύγκρουση και τις συνέπειες. Ο ελληνικός περιορίστηκε σχετικά γρήγορα στις βορειοδυτικές περιοχές της χώρας, αλλά τις συνέπειές του τις έζησαν οι πάντες και καθόρισαν την πολιτική πορεία της ελληνικής κοινωνίας έως το 1974, εν μέρει και αργότερα.

Ο μόνος εμφύλιος πόλεμος που παρέμενε ενεργός έως σχετικά πρόσφατα σε ευρωπαϊκό έδαφος εκτυλισσόταν στο Μπέλφαστ. Κατά τα άλλα, τα τελευταία πενήντα-εξήντα χρόνια στη δυτική Ευρώπη υπήρξε η τρομοκρατία, η αριστερή με πολύ εντοπισμένους και ιδεολογικά συμβολικούς στόχους, και για ένα πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στις αρχές της δεκαετίας του ’70 η φασιστική στην Ιταλία εναντίον όλων, με στόχο την αποσταθεροποίηση.

Την ίδια τυφλή τακτική εναντίον Αγγλων πολιτών ακολούθησαν ομάδες του IRA και αργότερα, το 2004, οι Τσετσένοι στη Μόσχα εναντίον Ρώσων.

Επρόκειτο όμως για τρομοκρατική εκτροπή εθνικών συγκρούσεων, όχι για εμφύλιο. Το ίδιο ισχύει για την τρομοκρατική ενέργεια στη Νέα Υόρκη το 2001.

Στη δυτική Ευρώπη, από το 2004 στη Μαδρίτη, έναν χρόνο αργότερα στο Λονδίνο, έως και πρόσφατα στο Παρίσι, η τρομοκρατία πήρε μια ριζικά διαφορετική πολιτική χροιά. Διατείνομαι πως πήρε χαρακτηριστικά μικρών τοπικών εμφυλίων. Ας δούμε όμως τα δεδομένα.

Σύμφωνα με αρμόδιους μελετητές (Διεθνές Κέντρο Μελέτης Ριζοσπαστικοποίησης, μέσω AFP), δέκα χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης, από τις οποίες οι οκτώ μέλη της ευρωζώνης, έχουν αρκετές χιλιάδες πολίτες οι οποίοι, περιοδικά συνήθως και σταθερά ορισμένοι, εντάχθηκαν στην Αλ Κάιντα και στο «Ισλαμικό κράτος».

Οι επίσημοι αριθμοί είναι καταφανώς υποτιμημένοι για λόγους προφανείς, αλλά και επειδή είναι αδύνατο να γνωρίζουν τα πάντα.

Ωστόσο, οι πέντε χιλιάδες Γάλλοι πολίτες οι οποίοι επισήμως ανακοινώνεται πως έχουν περάσει από τις γραμμές της Αλ Κάιντα και κυρίως του «Ισλαμικού κράτους» ή παραμένουν οργανωμένοι έχουν εν πολλοίς κοινά χαρακτηριστικά: είναι σχεδόν όλοι αραβικής καταγωγής, ταυτόχρονα Γάλλοι πολίτες και προέρχονται από τις άκρως υποβαθμισμένες περιαστικές περιοχές, κυρίως του Παρισιού, ή κυκλοφορούν σε αυτές.

Τα ίδια χαρακτηριστικά φαίνεται να ισχύουν για τους Βέλγους, Βρετανούς, Γερμανούς πολίτες που εντάχθηκαν μόνιμα ή προσωρινά σε αυτές τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Αν σε αυτούς συνυπολογιστεί ο κοινωνικός περίγυρος των συμπαθούντων και των σιωπηρών υποστηρικτών, οι κύκλοι επιρροής των τρομοκρατικών ομάδων στις βορειοευρωπαϊκές χώρες πρέπει να θεωρηθούν ιδιαιτέρως σημαντικοί σε συνάρτηση με τον τεράστιο κίνδυνο που συνεπάγεται αυτή η δέσμευση.

Τα ίδια δεδομένα ισχύουν και για τις υπόλοιπες επτά βορειοευρωπαϊκές χώρες (Ιρλανδία, Ιταλία, Ισπανία, Νορβηγία, Σουηδία, Δανία –από κοντά και η Ελβετία) αλλά με μικρότερους αριθμούς εμπλεγμένων.

Από τα βιογραφικά των τρομοκρατών της πρώτης γραμμής, εκείνων που κρατάνε τα όπλα και ζώνονται δυναμίτες, αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για πρόσωπα που η ζωή τους, επί είκοσι-τριάντα χρόνια, έχει γίνει στάχτη σχεδόν από το ξεκίνημα. Εχουν περάσει ξυστά από ελάχιστες τάξεις σχολείου (το υπέροχο κινηματογραφικό έργο «Ανάμεσα στους τοίχους» δείχνει σχετικά ανεκτές καταστάσεις), ζουν στους δρόμους διαρκώς, χωρίς δουλειά, με μικροπαραβατικότητα και σε έναν κύκλο που δεν υπερβαίνει τη μισοκατεστραμμένη γειτονιά με αντίστοιχα τσακισμένους γονείς και γείτονες, με έναν ορίζοντα καταλυτικά συρρικνωμένο και αδιέξοδο.

Οι εννέα από τις δέκα βορειοευρωπαϊκές χώρες με πολίτες ενταγμένους στην τρομοκρατία είναι οι πλουσιότερες της Ευρώπης και από τις πλουσιότερες του πλανήτη. Παρά τον πλούτο, λίγο έξω από τις όντως ωραίες πρωτεύουσες, λίγα χιλιόμετρα από τα υπέροχα πανάκριβα μαγαζιά των κέντρων τους (από την απαστράπτουσα rue du Faubourg-Saint-Honoré στο Saint Denis ή το Bobigny φτάνεις με μετρό), αφήνουν να αναπτύσσεται μια φτώχεια που είναι άκρως απλοϊκό να την ορίσουμε ως οικονομική.

Πρόκειται για φτώχεια ολική, που καίει τις ζωές και προφανώς τις ψυχές αυτών των ανθρώπων, διαμορφώνοντας άτομα χωρίς υπόσταση, σκοπό και νόημα. Οταν, λοιπόν, εμφανίζονται οι στρατολόγοι τζιχαντιστές και δίνουν νόημα σε αυτές τις ζωές, και μαζί κάποιο μισθό, ρόλο σε έναν σημαίνοντα γι’ αυτούς σκοπό, έχουν να κάνουν μια πολύ εύκολη δουλειά και με προεξασφαλισμένα αποτελέσματα.

Τον δρόμο έχουν ανοίξει οι καταστροφικές διεθνείς ιμπεριαλιστικές πολιτικές ισχύος αυτών των πλούσιων ευρωπαϊκών χωρών, μαζί και των ΗΠΑ. Οργανώνουν, εξοπλίζουν και χρηματοδοτούν τους τζιχαντιστές δήθεν στο όνομα της δημοκρατίας και της ελευθερίας, αφήνουν τις τράπεζές τους και τις πετρελαϊκές εταιρείες τους να διακινούν χρήματα, αρχαιότητες, πετρέλαιο και όπλα.

Και όταν αυτές οι ευρωπαϊκές ηγεσίες βρίσκουν στις πόλεις τους πολίτες τους με ένα όπλο στο χέρι, τότε φλυαρούν μάταιους λόγους για σωστές αρχές που πρώτοι αυτοί ποδοπάτησαν, φυσικά έξω από τη χώρα τους. Πολιτικά απαντάνε με περισσότερο πόλεμο.

Εναντι των χιλιάδων δισεκατομμυρίων ευρώ που διαθέτουν αυτά τα πλούσια κράτη σε εξοπλισμούς και πολέμους δεν παραχωρούν ούτε ένα ευρώ για επενδύσεις στις υποβαθμισμένες γειτονιές των πόλεών τους, στους πολίτες τους, ώστε να ανορθωθούν και να ενσωματωθούν. Οπως στην πολιτική λιτότητας αντί για ανάπτυξη, έτσι και στον πόλεμο εναντίον της τρομοκρατίας, το χάσμα μεταξύ της ουσίας των πραγματικών προβλημάτων και της πολιτικής διαχείρισής τους είναι πλέον τεράστιο, πολύ επικίνδυνο για όλους.

* ομότιμος καθηγητής Ιστορίας, Ιόνιο Πανεπιστήμιο