Πριν από λίγο καιρό είχα γράψει στις σελίδες αυτής της εφημερίδας για τον Ισραηλινό φιλειρηνιστή Νιρ Αβισάι Κοέν και το βιβλίο του «Οχι στο όνομά μας» («I Love Israel, I Support Palestine»), που είχα την τιμή να μεταφράσω στα ελληνικά για τις εκδόσεις Μελάνι. Ενα βιβλίο βαθιά ανθρώπινο, γραμμένο από κάποιον που επέλεξε να σταθεί απέναντι στη βία και την κατοχή, στο όνομα της κοινής ανθρωπιάς.
Από τη στιγμή που διάβασα την αγγλική έκδοση, πριν ακόμα πάρω την άδειά του να το μεταφράσω, ένιωσα τον Νιρ σαν δικό μου άνθρωπο. Ισως περισσότερο σαν γιο, παρά σαν αδελφό· η διαφορά της ηλικίας το εξηγεί, αλλά κυρίως το γεγονός ότι άνθρωποι της δικής μας γενιάς, με τη δική του καθαρότητα και τόλμη, σπανίζουν πια.
Αυτές τις μέρες, ο Νιρ Αβισάι Κοέν βρίσκεται ξανά στα παλαιστινιακά χωριά της Δυτικής Οχθης, εκεί όπου οι ελιές ωριμάζουν μέσα σε ένα τοπίο φόβου. Μαζί με άλλους Ισραηλινούς εθελοντές συμμετέχει στη συγκομιδή, στο πλευρό των Παλαιστίνιων αγροτών – όχι μόνο για να βοηθήσει, αλλά και για να σταθεί ανάμεσά τους σαν ανθρώπινη ασπίδα.
Γράφει:
«Εφτασα σήμερα το πρωί, μαζί με περίπου τριάντα άλλους Ισραηλινούς, για να συμμετάσχω στη συγκομιδή της ελιάς στην Παλαιστίνη… Κατά τη διάρκεια της συγκομιδής, δεκαπέντε έποικοι, μασκοφόροι, επιτέθηκαν ρίχνοντας πέτρες. Δύο Ισραηλινοί και ένας Παλαιστίνιος τραυματίστηκαν. Ο στρατός ήρθε – και έλεγξε τις ταυτότητες των Ισραηλινών εθελοντών. Υστερα χαμογέλασε και έφυγε. Το κράτος επιτρέπει και ενθαρρύνει την τρομοκρατία των εποίκων. Αυτή είναι η πραγματικότητα στα κατεχόμενα».
Και συνεχίζει:
«Δεν πρέπει να αγνοούμε, δεν πρέπει να μένουμε αδιάφοροι. Το καθήκον μας είναι να μη λυγίσουμε απέναντι στην τρομοκρατία. Να συνεχίσουμε να πηγαίνουμε στην Παλαιστίνη, να στηρίζουμε τη ζωή της συνύπαρξης και της καλής γειτονίας».
Αυτή η μαρτυρία δεν είναι απλώς πολιτική. Είναι υπενθύμιση ότι μέσα στην απελπισία υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που δεν συνηθίζουν το άδικο, που επιμένουν να στέκονται δίπλα στον Αλλο. Ανάμεσα στους στρατούς και στις σημαίες υπάρχει ακόμα εκείνη η μικρή, ήσυχη μεριά του κόσμου που κρατά την αξιοπρέπεια ζωντανή.
Κι όσο υπάρχουν αυτοί οι άνθρωποι, μπορούμε να λέμε κι εμείς, χωρίς ντροπή:
Ανθρωποι υπάρχουν ακόμα.
