Εναν αξιοπρόσεκτο αφορισμό του Λούκατς για τις «ηθικές εφεδρείες της δημοκρατίας» μας θύμισε πρόσφατα σε άρθρο του στην «Εφημερίδα των Συντακτών» ο Ηλίας Καραβόλιας1. Υποστηρίζει εκεί ότι αυτές οι εφεδρείες φαίνεται σήμερα να έχουν εξαντληθεί: ο μιλιταρισμός, η αντίδραση και ο εκφασισμός καλπάζουν σε ένα φόντο οξείας καπιταλιστικής κρίσης και ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, χωρίς η κολοβωμένη δημοκρατία να τα παρεμποδίζει.
Είναι μια σωστή θέση, που όμως θέτει το ερώτημα για τα αίτια της κρίσης της αστικής δημοκρατίας. Εδώ δεν αρκεί η αναγκαία υπόδειξη των αστικών περιορισμών της. Πρέπει να δειχτεί η στενή σύνδεση του αδιεξόδου της με τη γενικότερη κρίση του καπιταλισμού.
Ιστορικά η αστική δημοκρατία συνδέθηκε με τον καπιταλισμό του ελεύθερου εμπορίου. Ωστόσο, η άνοδος του ιμπεριαλισμού στις αρχές του 20ού αιώνα, παρά τη στροφή στην αντίδραση, δεν σήμανε ένα αυτόματο παραμέρισμά της στα καπιταλιστικά κέντρα. Η αστική δημοκρατία παρέμεινε η κατάλληλη έκφραση της οικονομικής βάσης του καπιταλισμού στις καλές εποχές του, ιδιαίτερα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και στην ανοδική φάση της παγκοσμιοποίησης, από τη διάλυση της ΕΣΣΔ έως το 2007.
Οι δύο αυτές περίοδοι παρουσιάζουν ασφαλώς ουσιώδεις διαφορές. Στην πρώτη, βασισμένη στην κεϊνσιανή διαχείριση, οι κυρίαρχες τάξεις υποχρεώθηκαν σε ουσιαστικές παραχωρήσεις για να αποφύγουν μια επαναστατική έκρηξη, ώστε η δημοκρατία να αποκτήσει κάποια κοινωνικά περιεχόμενα (το «κράτος πρόνοιας»)· το ουσιώδες περιεχόμενο της δεύτερης, κυριαρχούμενης από τον νεοφιλελευθερισμό, ήταν η βαθμιαία αφαίρεση αυτών των κατακτήσεων. Υπήρχε όμως ένας κοινός παρονομαστής στη σχετικά ομαλή λειτουργία των κοινοβουλευτικών θεσμών, με τη διατήρηση δύο σταθερών πυλώνων του συστήματος: του φιλελευθερισμού και της σοσιαλδημοκρατίας.
Οι εφεδρείες της αστικής δημοκρατίας –ηθικές, πολιτικές και οικονομικές– ήταν έτσι σε όλο αυτό το διάστημα σημαντικές, ακριβώς γιατί ήταν σημαντικές και οι εφεδρείες του καπιταλιστικού συστήματος. Ως προς την ηθική τους διάσταση, όμως, καθοριστική υπήρξε η πίεση των κινημάτων των υποτελών τάξεων, στα οποία οφείλεται κάθε τι προοδευτικό που απέφερε η αστική δημοκρατία.
Η εξάντληση των περιθωρίων του καπιταλισμού, η ακραία όξυνση των ανισοτήτων και όλων των αντιφάσεών του στο παρόν, καθοδικό στάδιο της παγκοσμιοποίησης –τελικά, λόγω του πτωτικού ποσοστού του κέρδους– σηματοδοτεί και τη βαθιά παρακμή της αστικής δημοκρατίας. Ενώ στην ανοδική φάση η δημοκρατία έθετε έναν αποτελεσματικό φραγμό στην άκρα αντίδραση και τον φασισμό, σήμερα αυτό δεν ισχύει. Αφενός, το κεφάλαιο δεν μπορεί πια να στηρίξει την κυριαρχία του στα παραδοσιακά αστικά κόμματα· αφετέρου, η απαξίωση των κοινοβουλευτικών θεσμών, λόγω της μετατροπής τους σε όχημα για τις νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ευνοεί την ακροδεξιά-φασιστική δημαγωγία.
Η ουσία της τωρινής στιγμής έγκειται έτσι στη μετάβαση από τη φάση στην οποία το μεγάλο κεφάλαιο στηριζόταν στις παραδοσιακές αστικές δυνάμεις στη φάση όπου επιλέγει ως κύριο εκφραστή του την ακροδεξιά/νεοφασισμό. Αυτή η μετάβαση έχει ήδη συντελεστεί στη Ρωσία, συντελείται στις ΗΠΑ υπό τον Τραμπ και βρίσκεται στα σκαριά στην Ε.Ε., όπου ο κοινοβουλευτισμός έχει μεγαλύτερη αντοχή. Δεν προχωρά, βέβαια, με τους ρυθμούς και τις μορφές του Μεσοπολέμου. Οι φιλελεύθερες ελίτ, οχυρωμένες στους θεσμούς της Ε.Ε., αμύνονται σθεναρότερα από ό,τι οι μεσοπολεμικοί ομόλογοί τους α λα Μπρίνινγκ απέναντι στον Χίτλερ. Επιπλέον, το επόμενο βήμα της μπορεί να είναι ένας συνδυασμός μισο-κοινοβουλευτισμού και ακροδεξιού αυταρχισμού, παρά η άμεση φασιστική εκτροπή, η οποία προϋποθέτει την ακροδεξιά ηγεμόνευση των οργάνων της Ε.Ε. Στο βάθος παραμονεύουν όμως, όπως στον Μεσοπόλεμο, ως έσχατη λύση, ο φασισμός και ο γενικευμένος πόλεμος.
Σημαίνουν αυτά ότι η αστική δημοκρατία έχει χάσει κάθε αξία και η αντίθεσή της με τον φασισμό είναι πλέον καθαρά τυπική; Ιστορικά μια τέτοια απατηλή, ψευδο-επαναστατική «ανάλυση» συνδέθηκε με τον σταλινισμό, δίνοντας τη νίκη στον Χίτλερ. Παραβλέπει το γεγονός ότι ακόμη και αδυνατισμένη, η αστική δημοκρατία δεν παύει να περιορίζει την άκρα αντίδραση. Στο πλαίσιό της οι δυνάμεις που μπορεί να της φράξουν τον δρόμο, τα μαζικά κινήματα και οι οργανώσεις, διατηρούν μια νόμιμη ύπαρξη και δράση, την οποία ο φασισμός στοχεύει να εξαλείψει. Εκείνο που δεν επιτρέπεται είναι η ψευδαίσθηση ότι ο φασισμός και η άκρα αντίδραση μπορεί να νικηθούν απλά με την παθητική υπεράσπιση της δημοκρατίας.
Ο Χάρολντ Λάσκι, ο αντιφασίστας ηγέτης της αριστερής πτέρυγας των Εργατικών στον Μεσοπόλεμο, είχε εκφράσει έξοχα αυτό το σημείο. «Η αντεπανάσταση», έγραφε, «μπορεί να πολεμηθεί μόνο με επαναστατικά μέσα· ποτέ δεν καταστρέφεται με μια πολιτική που είναι υπερβολικά τρυφερή στην παράδοση… Εδώ βρίσκεται το μοιραίο λάθος όσων επιδιώκουν να νικήσουν την αντεπανάσταση στο όνομα των παραδοσιακών θεσμών μας· ξεχνούν ότι είναι ο χαρακτήρας των παραδοσιακών θεσμών μας που έχει προκαλέσει την αντεπανάσταση»2.
1. Ηλ. Καραβόλιας, «Μυρίζουν μπαρούτι οι καιροί», «Εφημερίδα των Συντακτών», 20.11.2025.
2. Χ. Λάσκι, Reflections on the Revolution of our Time, Νέα Υόρκη 1943, σελ. 324, 374.
*Συγγραφέας και αρθρογράφος
-980x552.png)