Μιας και μιλάμε για το 2015 και για όσα έγιναν τότε και έκτοτε συμπυκνώθηκαν στον διεθνοποιημένο όρο «kolotoumpa», θα πρέπει να έχουμε κατά νου τις διαδικασίες που οδήγησαν στο 2015. Προφανώς αυτή η κουβέντα για τη μακρά διάρκεια της ελληνικής κρίσης -το πριν, κατά τη διάρκεια και μετά τα μνημόνια- μόνο βολική δεν είναι. Και, δυστυχώς, από μάθημα που θα έπρεπε να ήταν, μετεξελίχθηκε σε διαδικασία διαχείρισης των ιδρυτικών κι έμμονων παθογενειών του ελληνικού κράτους.
Η ελληνική κρίση δεν ήταν ατύχημα που ξεκίνησε αιφνιδιαστικά στις 23 Απριλίου 2010 στο Καστελόριζο, με τον τότε πρωθυπουργό Γιώργο Παπανδρέου να αναγγέλλει την πράξη υπαγωγής της χώρας στους μηχανισμούς οικονομικής στήριξης. Και η κρίση δεν τελείωσε στις 21 Αυγούστου του 2018 στην Ιθάκη, με τον τότε πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα να ανακοινώνει το τέλος των μνημονίων. Από το Καστελόριζο στην Ιθάκη μεσολάβησε μια χαμένη δεκαετία. Και η υπόθεση αυτή έδειξε ότι ήταν βαθιά ιστορία πολιτικής αποτυχίας – όχι μόνον μια οικονομική υπόθεση.
Ετσι, για εκείνους τους πολιτικούς που προσπαθούν σήμερα να πείσουν ότι η υπόθεση ήταν στιγμιαίο γεγονός ενός 3ου -αχρείαστου- Μνημονίου, τα πράγματα δεν είναι και τόσο εύκολα. Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, έδειξε κάποια στιγμή ως μόνους υπεύθυνους των μνημονίων τον Τσίπρα και τους τότε συνεργάτες του. Αποσιώπησε από τα επιχειρήματά του ότι το 3ο Μνημόνιο -του Τσίπρα- το είχαν ψηφίσει με τα τέσσερα η Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ. Το 3ο Μνημόνιο δεν ήταν αποκλειστική επινόηση και ιδιοκτησία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ. Ούτε ο Τσίπρας με τον Βαρουφάκη ή τον Τσακαλώτο ήταν από μηχανής λύσεις (ή τραγικοί παράγοντες της περιόδου). Ηταν δέκτες μιας μακράς κοινωνικής διαδικασίας, η οποία απλώς έστελνε σήματα στα οποία κανείς δεν έδινε σημασία – ούτε οι ίδιοι. Αυτοί που όφειλαν να ενδιαφερθούν, αδιαφορούσαν· γιατί, απλούστατα, τα σήματα δεν δημιουργούσαν πολιτικό ταμείο, οπαδούς και ψηφοφόρους, εκλογικούς θριάμβους και μιντιακό υλικό.
Αλλά ας υποθέσουμε ότι δεν είναι παραγωγικό και αποτελεσματικό να μιλάμε για μνημόνια και για χυμένο γάλα. Μιλάμε σήμερα για την ανάγκη αναδιάρθρωσης του παραγωγικού μοντέλου της χώρας; Εχει πράγματι αναπτυξιακή διάσταση ο τουρισμός και το real estate; Μήπως για να ικανοποιήσουμε το τουριστικό προϊόν επιβαρύνουμε δυσμενώς το εμπορικό ισοζύγιο (εισάγουμε αγροτικά προϊόντα και υπηρεσίες άλλων χωρών); Εχουμε μιλήσει για άρσεις των έμμονων παθογενειών; Και πώς θα γίνουν αυτά όταν η κυβέρνηση σπαταλά το πολιτικό της κεφάλαιο σε προσπάθειες «εξυγιάνσεων» και «μεταρρυθμίσεων», που ούτε εξυγιαίνουν κάτι ούτε μεταρρυθμίζουν κάτι, αλλά κουκουλώνουν σκάνδαλα και μεταθέτουν βασικά βάρη στους πολίτες καθώς αποσύρεται το κράτος ευημερίας από τους τομείς που θα έπρεπε να είναι παρόν;
Αρκούν τα επιχειρήματα αναβάθμισης της Ελλάδας σε «πλήρη δημοκρατία» (full democracy) από «ελαττωματική δημοκρατία» που ήταν στο παρελθόν στον Democracy Index του Economist; Από τον «σταθμάρχη τον Τεμπών», που δεν θα έπρεπε να είναι σε αυτή τη θέση, μέχρι τους καθηγητές και δασκάλους που δεν έχουν πού να μείνουν για να κάνουν το λειτούργημά τους, όλοι βλέπουν ότι κάτι νοσεί βαθιά.
Αρκεί το επιχείρημα της αύξησης του ΑΕΠ και της ανάπτυξης, όταν η διανομή του γίνεται τόσο άνισα; Παρότι υπάρχουν βραχυχρόνιες τάσεις μείωσης, το ελληνικό χρέος είναι από τα υψηλότερα στον κόσμο. Πρέπει να ανησυχούμε; Υποτίθεται ότι το χρέος ήταν που μας οδήγησε στο χείλος του γκρεμού. Επειδή είμασταν Συβαρίτες, επειδή κυνηγούσαμε ένα βιοτικό επίπεδο που δεν μας άξιζε και επειδή θέλαμε να συγκλίνουμε με τους εταίρους της Ευρώπης.
Τα καταφέραμε; Από τον Αλογοσκούφη, το 2008, που διαβεβαίωνε ότι η ελληνική οικονομία είναι θωρακισμένη, μέχρι τη θεωρία της οικονομίας «που πηγαίνει σβιιιν» του Αδωνη Γεωργιάδη, δεν έχουν αλλάξει οι νοοτροπίες. Παρά ταύτα, η χώρα που βρίσκεται στην κορυφή της λίστας των χωρών με το υψηλότερο δημόσιο χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ συνεχίζει να δανείζεται. Και συνεχίζει να κάνει λογιστική των γενεών, σε έναν πληθυσμό που γερνάει. Κανείς δεν ομολογεί ότι, έτσι, είναι σαν να φτύνουμε στη μούρη τα παιδιά μας -και τα αγέννητα παιδιά μας- που θα αναλάβουν αύριο την πληρωμή αυτών των χρεών.
Ισχύει αυτό που έλεγε, λ.χ. το 2018, ο Αλέξης Τσίπρας από την Ιθάκη; Υπάρχει κάποιος που πιστεύει ότι «η χώρα ανακτά το δικαίωμά της να ορίζει αυτή τις τύχες και το μέλλον της, σαν μια κανονική ευρωπαϊκή χώρα, χωρίς εξωτερικούς καταναγκασμούς»; Ή υπάρχει άνθρωπος που πιστεύει ότι η διακυβέρνηση μιας χώρας παίζεται στις δημοσκοπήσεις ή ότι η πολιτική τέχνη μοιάζει με τον ορισμό του Μιχαήλ Αγγελου για τη γλυπτική; «Πετάς το περιττό μάρμαρο, μέχρι να σου βγει ο Δαβίδ»! Ποιος Δαβίδ;
