Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο πόλεμος στην Ουκρανία συνεχίζεται για τρίτη χρονιά και τίποτα δεν δείχνει ότι θα σταματήσει το επόμενο διάστημα. Όσο απτόητη παραμένει η ρωσική πολεμική μηχανή, τόσο ενισχύεται η πολεμοχαρής διάθεση που διαποτίζει τις περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Πολιτικοί και διανοούμενοι από τις δύο πλευρές του Ατλαντικού, μεταξύ των οποίων και ο ιστορικός-ειδικός σε θέματα Ανατολικής Ευρώπης και Ρωσίας Τίμοθι Σνάιντερ, παραδοσιακά κοντά στον Λευκό Οίκο, τονίζουν ότι οι Ρώσοι πρέπει να ηττηθούν, όπως ηττήθηκαν οι Γερμανοί στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, υποστηρίζοντας ένθερμα μια ενεργή στρατιωτική παρουσία δυτικών δυνάμεων στην Ουκρανία και επίθεση σε ρωσικό έδαφος. Ακόμη και ο Φινλανδός πρόεδρος Αλεξάντερ Σταμπ, κάποτε πρότυπο του νηφάλιου Βορειοευρωπαίου πολιτικού, έχει ενστερνιστεί αυτή την άποψη, δηλώνοντας ότι οι εγγυήσεις ασφαλείας για την Ουκρανία σημαίνουν ότι οι εγγυητές είναι πρόθυμοι να πολεμήσουν τους Ρώσους.

Η υπεράσπιση της συμμαχίας του ΝΑΤΟ είναι δικαιολογημένη και το ΝΑΤΟ βάσει καταστατικού έχει κάθε δικαίωμα να καταρρίπτει ρωσικά αεροσκάφη που παραβιάζουν τον εναέριο χώρο κρατών-μελών του, όπως εκείνο για παράδειγμα της Εσθονίας. Ωστόσο, υπάρχει τεράστια διαφορά μεταξύ της άμυνας και της διεξαγωγής πολέμου δι’ αντιπροσώπων στην Ουκρανία, η οποία δεν είναι μέλος του ΝΑΤΟ.

Ο Ψυχρός Πόλεμος ήταν περίοδος σταθερότητας επειδή οι πολιτικοί είχαν βιώσει τις φρικαλεότητες του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου και επιδίωκαν την ειρήνη. Εκείνη η γενιά πολιτικών δεν υπάρχει πλέον, οι σημερινές ελίτ που ηγούνται πολιτικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) δεν έχουν ζωντανές τέτοιες μνήμες και φαίνεται ότι προτιμούν να μιλήσουν ανοιχτά για πόλεμο, εννοώντας βασικά να πολεμήσουν άλλοι για λογαριασμό τους.

Ο λάθος υπολογισμός των αντοχών της Ρωσίας

Η πιθανότητα κλιμάκωσης σε μια ένοπλη σύρραξη είναι σοβαρή και δεν θα πρέπει να αποκλείεται. Πέρα από τον γενικό πολεμικό ενθουσιασμό και τις πολεμικές βιομηχανίες που δέχονται τις γενναιόδωρες επιδαψιλεύσεις από τους ευρωπαϊκούς προϋπολογισμούς για την άμυνα, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ότι, όπως συνέβη και στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, να παρερμηνεύεται η ισχύς του εχθρού.

Η πιο επίμονα λανθασμένη εκτίμηση της ΕΕ μέχρι τώρα ήταν ότι η ρωσική οικονομία ήταν αδύναμη και θα κατέρρεε σχετικά γρήγορα υπό τις βάρος των κυρώσεων. Αυτό το συμπέρασμα βασίστηκε σε μια στατιστική πλάνη. Αν μετρήσουμε το μέγεθος της ρωσικής οικονομίας σε αμερικανικά δολάρια, ναι, φαινόταν όντως μικρότερη, περίπου στο μέγεθος της οικονομίας της Ισπανίας. Όμως, σε καιρό πολέμου, η κρίσιμη μεταβλητή είναι η αγοραστική δύναμη του χρήματος, του νομίσματος, πόσα δηλαδή τανκς και όπλα μπορεί να αγοράσει η χώρα που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση.

Αν αξιολογήσουμε τις οικονομίες με βάση την ισοτιμία αγοραστικής δύναμης, η εικόνα είναι εντελώς διαφορετική. Με βάση την παραπάνω μεταβλητή, η Κίνα είναι μακράν η μεγαλύτερη οικονομία, έπειτα ακολουθούν οι ΗΠΑ, μετά η Ινδία και στη συνέχεια η Ρωσία. Η Γερμανία, η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, βρίσκεται στην έκτη θέση.

Με αυτή την μεταβλητή ως μέτρο αξιολόγησης, οι χώρες που ανήκουν στη συμμαχία των BRICS είναι συνολικά ισχυρότερες από τις ΗΠΑ, τη Γαλλία, τη Γερμανία και την Ιαπωνία μαζί. Ζούμε σε έναν πραγματικά διπολικό κόσμο, με κυρίαρχες δυνάμεις τις ΗΠΑ και την Κίνα. Δεν ορίζει η ΕΕ τους όρους και τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Κίνα θα μεγαλώνουν όλο και περισσότερο, καθώς θα αναπτύσσονται ταχύτερα από εμάς, από την ΕΕ.

Μάλιστα, από την έναρξη του πολέμου, η ρωσική οικονομία έχει αναπτυχθεί περισσότερο από όλες τις οικονομίες της G7. Αυτό είναι ένα κλασικό κεϋνσιανό φαινόμενο πολεμικής οικονομίας, με τον πρόεδρο Βλαντίμιρ Πούτιν να έχει αναδιοργανώσει οικονομικά τη Ρωσία σε πολεμική βάση.

Το οικονομικό αδιέξοδο της ΕΕ

Τα οικονομικά δεδομένα είναι εκείνα που θα καθορίσουν την έκβαση του πολέμου στην Ουκρανία. Τα χρήματα για το Κίεβο έχουν στερέψει. Η συνολική στήριξη ύψους €115 δισ. από τις ΗΠΑ επισκιάζει κατά πολύ τα αντίστοιχα ποσά πολεμικής στήριξης της Γερμανίας (€21,3 δισ.) και της Γαλλίας (€7,56 δισ.). Χωρίς τις ΗΠΑ, οι Ευρωπαίοι δεν μπορούν να χρηματοδοτήσουν τον πόλεμο μόνοι τους. Έναν πόλεμο που διεξάγεται στη δική τους, στη δική μας, ήπειρο.

Η μόνη χρηματοδοτική οδός που απομένει είναι η κατάσχεση των €210 δισ. «παγωμένων» ρωσικών περιουσιακών στοιχείων που βρίσκονται σε ευρωπαϊκό έδαφος. Ενώ οι πολιτικές ηγεσίες σε Βερολίνο και Παρίσι, αλλά και Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αξιολογούν αυτή την κίνηση ως πολιτικά αμφιλεγόμενη και με χρηματοπιστωτικούς όρους προβληματική, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή κινείται σε διαφορετική κατεύθυνση. Το χάσμα των τριών πόλων επιρροής (Βερολίνο, Παρίσι, Βρυξέλλες) παρατηρείται για πρώτη φορά τις τελευταίες δεκαετίες και είναι ενδεικτικό των διαφορετικών προτεραιοτήτων και συμφερόντων που αναπτύσσονται εντός της Ένωσης. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς συνεχίζει να εκτιμά ότι η ΕΕ πρέπει να περιμένει μέχρι η Ρωσία να εξαντληθεί οικονομικά. Αυτή η στρατηγική βασίζεται σε μια σειρά 18 διαφορετικών πακέτων κυρώσεων που απέτυχαν να φέρουν αποτέλεσμα, με την Ένωση να επιμένει εμμονικά στην ίδια στρατηγική.

Την ίδια στιγμή, η διοικήτρια της Κεντρικής Τράπεζας της Ρωσίας παραδέχεται ότι οι οικονομικοί πόροι εξαντλούνται, όμως το Κρεμλίνο διαθέτει ένα ισχυρό πλεονέκτημα: τη βαθιά στρατηγική συμμαχία με την Κίνα. Μια συμμαχία που είναι σε κρίσιμο βαθμό αποτέλεσμα της ανεπαρκούς αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής που, επιβάλλοντας δασμούς και κυρώσεις και στις δύο χώρες, ουσιαστικά τις ώθησε σε στρατηγική συνεργασία. Η Κίνα, η οποία έχει πλέον την ικανότητα να αντισταθμίσει οποιαδήποτε οικονομική ενίσχυση της ΕΕ και των ΗΠΑ προς την Ουκρανία μέσα από διαφορετικά οικονομικά εργαλεία, είναι επί της ουσίας ένα βήμα πιο μπροστά από όλους τους υπόλοιπους σε επίπεδα προσδοκώμενης δαπάνης.

Η ιδέα ότι η λεγόμενη Δύση -και ειδικότερα η Ευρώπη, το μικρότερο μέρος του διπολικού μας κόσμου-θα μπορέσει να υπερισχύσει ή να επιβιώσει σε αυτούς τους συσχετισμούς δύναμης αποτελεί μια σοβαρή πλάνη. Τέτοιες λανθασμένες εκτιμήσεις είναι που, μακροσκοπικά στην ιστορία, μετατρέπουν τους περιφερειακούς πολέμους σε παγκόσμιες συγκρούσεις. Οι σημερινοί πολεμοχαρείς πολιτικοί και public intellectuals πλήττουν ακόμη περισσότερο τη θέση της ΕΕ στο συσχετισμό ισχύος και αποδυναμώνουν περαιτέρω το γεωπολιτικό της ρόλο, φέρνοντας τους ίδιους τους λαούς και τις κοινωνίες τελικά σε αδιέξοδο.

*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την κοινωνική Αλλαγή.