Μέσα στο τρέχον δυστοπικό γεωπολιτικό περιβάλλον (Ουκρανία, Παλαιστίνη, Μέση Ανατολή) οι ηγέτες της Συμμαχίας του ΝΑΤΟ συμφώνησαν στη Χάγη (24-25 Ιουνίου 2025) να αυξήσουν στρατιωτικές δαπάνες και εξοπλιστικά προγράμματα στο 5% του ΑΕΠ κάθε κράτους μέχρι το 2035. Οι φιλοδοξίες του Τραμπ επιβραβεύτηκαν, ο γενικός γραμματέας του ΝΑΤΟ πανηγύρισε για το «επαναστατικό άλμα» της αμυντικής συνεργασίας, ενώ η Ισπανία του Σάντσεθ επιμένει στο 2,1 % του ΑΕΠ και απειλείται με τιμωρητικά μέτρα. H Ελλάδα δεν κινδυνεύει αφού, όπως δήλωσε με ιδιαίτερη υπερηφάνεια ο πρωθυπουργός, εξακολουθεί να δαπανά πάνω από το 3% του ΑΕΠ της για την άμυνα, παραμένοντας στον σκληρό πυρήνα του ΝΑΤΟ.
Στη συνέχεια όλοι οι φαιδροί και επικίνδυνοι συνάμα ηγέτες άρχισαν να ψελλίζουν διάφορα νούμερα για το αν η αύξηση θα είναι 2,5% ή 3% ή 5%. Μαζί και οι βαθυστόχαστοι ειδικοί αναλυτές που προπαγανδίζουν πως σε τέτοιες εποχές (αλήθεια, ποιος τις έκανε έτσι;) είναι ευνόητο να υπάρχει μεγαλύτερη ισορροπία και συνέργεια σε κοινούς στόχους ασφάλειας.
Ανάμεσα στους αρχιτέκτονες της παγκόσμιας (αν)ισορροπίας του τρόμου και του θανάτου δεν βρέθηκε ούτε ένας να αναφέρει ότι ένα ελάχιστο ποσό από τα 2,2 δισεκατομμύρια δολάρια που δόθηκαν το 2024 σε εξοπλισμούς («Διεθνές Ινστιτούτο Ερευνας της Στοκχόλμης για την Ειρήνη») θα αρκούσε για την ποιοτική εκπαίδευση όλων των παιδιών στις αναπτυσσόμενες χώρες. Κανείς δεν σκέφτηκε πως η παιδεία δεν είναι μόνο δαπάνη αλλά και επένδυση στη ζωή και πως αν έχεις πολίτες ικανούς να επιλύουν ειρηνικά τα προβλήματά τους, τότε μπορείς να ελπίζεις σε ένα μέλλον χωρίς πληγωμένες από τους πολέμους γενιές, χωρίς τραυματισμένη μνήμη, χωρίς τη βαριά σκιά του θανάτου πάνω στη ζωή.
Μπροστά σε αυτές τις πληροφορίες, θυμήθηκα τη λησμονημένη αλληλογραφία Αϊνστάιν-Φρόιντ. Το 1932 η Κοινωνία των Εθνών, που αργότερα μετεξελίχτηκε στον σημερινό ΟΗΕ, είχε απευθυνθεί στον Αϊνστάιν, ο οποίος φοβόταν τις χρήσεις των επιστημονικών επιτευγμάτων από τους ανεγκέφαλους πολεμοκάπηλους, ζητώντας του να επιλέξει έναν διανοούμενο για να απαντήσει στο ερώτημα: «Υπάρχει τρόπος να απαλλαγεί η ανθρωπότητα από το απειλητικό κακό του πολέμου;».
Ποιος θα φανταζόταν πως ο μεγαλοφυής φυσικός που δεν συμπαθούσε την ψυχανάλυση, θα επέλεγε, χωρίς δεύτερη σκέψη, τον «πατέρα της ψυχανάλυσης» Ζίγκμουντ Φρόιντ για να θέσει το ερώτημα.
Η απάντηση του Φρόιντ δεν άργησε να σταλεί με ένα γράμμα που έμεινε στην Ιστορία με τον τίτλο «Γιατί ο πόλεμος;». Σκοτεινός και απαισιόδοξος όπως ήταν στη ζωή και στα γραπτά του, o Φρόιντ ξεκαθαρίζει με απίστευτο ρεαλισμό πως δεν τρέφει ψευδαισθήσεις. Ο πόλεμος είναι η πρωτόγονη μορφή επίλυσης συγκρούσεων μέσω της οποίας ο ισχυρός επιβάλλει τη θέλησή του στον ανίσχυρο. Οι κανόνες και οι νόμοι της κοινότητας για να αποφευχθεί μια ατομική ή συλλογική εκδίκηση είναι εύθραυστοι. Ανίσχυροι είναι, κατά τη γνώμη του, και οι διεθνείς οργανισμοί, αφού τα ισχυρά κράτη τούς παρακάμπτουν εύκολα καταπατώντας το δίκαιο και τα διεθνή δικαστήρια.
Παρά ταύτα, ο Φρόιντ διατυπώνει εκτενώς τρεις προτάσεις αποφυγής του μέγιστου κακού του πολέμου που συνοψίζονται στα εξής: α) εκπαίδευση αυτόνομων υποκειμένων που να αντιστέκονται στην προπαγάνδα, β) ενίσχυση των ψυχολογικών δεσμών μέσω των ταυτοποιήσεων με τους άλλους. Οπως αναφέρει, η ταύτιση με άλλους δημιουργεί συναισθηματικούς-κοινωνικούς δεσμούς που μειώνουν την εχθρότητα. Αν ο άνθρωπος νιώθει συνδεδεμένος με άλλους μέσω του πολιτισμού και των ανθρωπιστικών αξιών, μειώνεται η τάση να τους βλέπει ως εχθρούς, γ) διαμόρφωση πολιτισμικής συνείδησης με αυξημένη επίγνωση των καταστροφικών και αυτοκαταστροφικών συνεπειών του πολέμου. Οι μοναδικές δυνάμεις, υποστηρίζει, που συγκρατούν την επιθετικότητα είναι ο πολιτισμός, η τέχνη, η επιστήμη, η φιλοσοφία.
Η επιστολή του κλείνει προφητικά: «Δεν βλέπω πιθανότητα να καταστείλουμε την επιθετική πλευρά της ανθρωπότητας, υπάρχει όμως περιθώριο για αλλαγή της ψυχολογικής στάσης».
Ο Αϊνστάιν απάντησε ένθερμα: «Αγαπητέ καθηγητά Φρόιντ […] κέρδισες την ευγνωμοσύνη μου και την ευγνωμοσύνη όλων των ανθρώπων που αφιέρωσες όλη σου τη δύναμη στην αναζήτηση της αλήθειας και που έδειξες το πιο σπάνιο θάρρος στο να δηλώνεις τις πεποιθήσεις σου σε όλη σου τη ζωή».
Λίγα αντίτυπα αυτής της αλληλογραφίας κυκλοφόρησαν στο Παρίσι. Τον Ιανουάριο του 1933 ο Χίτλερ ανέβηκε στην εξουσία και ό,τι είχε διασωθεί από τις επιστολές παραδόθηκε στην πυρά. Οι δύο αιρετικοί από πολλές απόψεις διανοητές, εβραϊκής καταγωγής, κατάφεραν με διαφορετικούς τρόπους να ξεφύγουν από τη ναζιστική θηριωδία. Είναι αμφίβολο αν συναντήθηκαν ποτέ πρόσωπο με πρόσωπο. Το μήνυμα της ειρήνης που ένωσε τις διαφορές τους σφραγίστηκε σε ένα μπουκάλι, ρίχτηκε στη θάλασσα και ταξιδεύει σχεδόν ολόκληρο αιώνα πάνω σε αιματοβαμμένα κύματα προσμένοντας ακόμα κάποιον παραλήπτη.
*Oμ. καθηγήτρια Κοινωνιολογίας, π. κοσμήτορας Παντείου Πανεπιστημίου
