Από τις μαζικές μεταναστεύσεις του 19ου αιώνα προς την Αμερική και τις εσωτερικές μετακινήσεις της μεταπολεμικής Ευρώπης, μέχρι τις προσφυγικές ροές μετά τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας και, πιο πρόσφατα, τα κύματα φυγής από τη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική, η ιστορία του δυτικού κόσμου γράφεται πάνω σε διαδρομές ανθρώπων. Κάθε περίοδος αναταραχής –οικονομικής, πολιτικής ή κλιματικής– ανανεώνει το ίδιο ερώτημα: πώς ισορροπεί μια δημοκρατία ανάμεσα στο δικαίωμά της να ελέγχει τα σύνορα και στην ευθύνη της να προστατεύει όσους ζητούν καταφύγιο; Το 2025 η συζήτηση διεξάγεται ταυτόχρονα σε δύο ηπείρους. Στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ επανέρχεται με το σύνθημα «ασφαλή σύνορα», υποσχόμενος νέα τμήματα τείχους και αυστηρότερους ταξιδιωτικούς περιορισμούς. Στην Ευρώπη, κυβερνήσεις από τη Βουδαπέστη μέχρι τη Ρώμη –και πλέον την Αθήνα– σκληραίνουν τη γλώσσα τους, υιοθετώντας μέτρα αποτροπής που άλλοτε θεωρούνταν περιθωριακά.
Το ελληνικό τοπίο το αποδεικνύει ανάγλυφα: μετά την αλλαγή ηγεσίας στο υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου τον Μάρτιο 2025, εισήχθη αυστηρότερο πλαίσιο πολιτικής. Η διοικητική κράτηση αιτούντων ασύλου παρατάθηκε σε 24 μήνες, οι ποινές για «παράτυπη είσοδο» αυστηροποιήθηκαν και καταργήθηκε η δυνατότητα νομιμοποίησης έπειτα από επταετή παραμονή χωρίς χαρτιά. Η στροφή αυτή δείχνει ότι η Αθήνα εγκαταλείπει σταδιακά το μέχρι τώρα μείγμα διαχείρισης-ένταξης και υιοθετεί ένα πρότυπο αποτροπής παρόμοιο με εκείνο του βισεγκραντικού χώρου ή της ατζέντας Τραμπ.
Ο νέος υπουργικός προσανατολισμός ενσαρκώνει μια λογική «νόμος και τάξη», όπου η μετανάστευση αντιμετωπίζεται πρωτίστως ως ζήτημα ασφάλειας και πειθαρχίας, όχι ως κοινωνική πρόκληση ολοκληρωμένης διαχείρισης. Παρόμοιες πρακτικές συναντάμε στην Ουγγαρία του Βίκτορ Ορμπαν, όπου ο φράχτης στα νότια σύνορα συνοδεύεται από επιταχυνόμενες επιστροφές, και στην Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι, η οποία όχι μόνο περιορίζει την πρόσβαση πλοίων ΜΚΟ στα λιμάνια, αλλά και συμφώνησε με την Αλβανία τη δημιουργία υπεράκτιων κέντρων κράτησης αιτούντων άσυλο.
Η καμπάνια του Τραμπ, με στόχο ένα «αδιαπέραστο» νότιο σύνορο, παρέχει πολιτική νομιμοποίηση και επικοινωνιακό πρότυπο· οι ίδιες φράσεις περί «εισβολής» επαναλαμβάνονται αυτούσιες και σε ευρωπαϊκά βήματα. Το σκληρό αυτό μέτωπο αντλεί ισχύ από μια σύνθετη αλληλουχία παραγόντων. Η απλουστευτική υπόσχεση «κλείνω τα σύνορα» αποδεικνύεται εκλογικά ελκυστική για όσους συνδέουν τη μετανάστευση με συρρίκνωση μισθών και πολιτισμική ανασφάλεια· η άνοδος της άκρας Δεξιάς πιέζει ακόμη και κεντροδεξιά κόμματα να υιοθετήσουν πιο αυστηρή γραμμή, νομιμοποιώντας πρακτικές που χθες θεωρούνταν ακραίες· η κοινωνική ανάγκη ενός συμβολικού αποδιοπομπαίου τράγου μεταθέτει τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια ή τη στασιμότητα στην οικονομία στον μετανάστη· η απουσία ευρωπαϊκού μηχανισμού αναλογικής κατανομής βαρών αφήνει τις χώρες πρώτης υποδοχής να σηκώνουν μόνες την πίεση· και οι γεωπολιτικές εντάσεις –από τον πόλεμο στην Ουκρανία έως τις κρίσεις στη Βόρεια Αφρική– τροφοδοτούν προληπτικούς φόβους για μελλοντικές ροές, κάνοντας τα σκληρά μέτρα να μοιάζουν αναπόφευκτα.
Οι συνέπειες είναι απτές: χιλιάδες άνθρωποι παραμένουν επί μήνες σε κλειστά κέντρα· νησιωτικές και παραμεθόριες κοινότητες πιέζονται χωρίς επαρκείς υποδομές· οι ΜΚΟ ποινικοποιούνται για στοιχειώδη ανθρωπιστική εργασία· διεθνείς οργανισμοί καταγράφουν σταδιακή διάβρωση θεμελιωδών εγγυήσεων, ενώ οι εκκρεμότητες στα συστήματα ασύλου διογκώνονται.
Κι όμως, μια ρεαλιστική εναλλακτική υπάρχει: νόμιμες και ασφαλείς δίοδοι για όσους δικαιούνται διεθνή προστασία, γρήγορες και διαφανείς διαδικασίες ασύλου που περιορίζουν την ανάγκη μακρόχρονης κράτησης, ουσιαστικά προγράμματα ένταξης –εκμάθηση γλώσσας, αναγνώριση προσόντων, πρόσβαση σε κατοικία– και ένας δίκαιος ευρωπαϊκός μηχανισμός κατανομής πόρων και ανθρώπων. Καμία από αυτές τις πολιτικές δεν αναιρεί το δικαίωμα των κρατών να ελέγχουν τα σύνορά τους· υπογραμμίζουν όμως ότι ο έλεγχος μπορεί να συνυπάρχει με σεβασμό δικαιωμάτων και αξιοποίηση των δεξιοτήτων που φέρνουν οι μετακινούμενοι.
Η μετανάστευση δεν θα πάψει να απασχολεί τις δημοκρατικές κοινωνίες της Δύσης· είναι δομικό στοιχείο μιας παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και μιας γηράσκουσας ηπείρου. Οσο την αντιμετωπίζουμε αποκλειστικά μέσα από συνθήματα φόβου, η διαχείριση θα παραμένει ελλιπής και το κοινωνικό κόστος θα διογκώνεται. Η πρόκληση για την Ελλάδα –και για κάθε χώρα αυτού του αυστηρού μετώπου– είναι να αποδείξει ότι ο αποτελεσματικός έλεγχος μπορεί να συμβαδίζει με ανθρωπιά, λειτουργώντας ως παράδειγμα ρεαλισμού αντί για ακόμη έναν κρίκο στην αλυσίδα της αποτροπής.
*Επιστημονική συνεργάτιδα Κέντρου Πολιτικών Ερευνών, Πάντειο Πανεπιστήμιο
