Τόσο στην προεκλογική εκστρατεία του 2016 όσο και σε αυτήν του 2024 ο Τραμπ δήλωνε ότι η εξομάλυνση των σχέσεων με τη Ρωσία και η απεμπλοκή από τη Μέση Ανατολή είναι προαπαιτούμενα για την αντιμετώπιση της στρατηγικής πρόκλησης της Κίνας.
Ο Τραμπ έβρισκε ασύμβατη την εσωτερική ανασύνταξη των ΗΠΑ με την εμπλοκή σε υπερπόντια μέτωπα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η προσπάθειά του να δεσμεύσει τις ΗΠΑ το 2018 και το 2019 σε αποχώρηση των ειδικών δυνάμεων του αμερικανικού στρατού από τη Βορειοανατολική Συρία όπου έχουν τον ρόλο ασπίδας προστασίας των Κούρδων ανταρτών απέναντι στο «Ισλαμικό κράτος».
Η επιλογή του Τραμπ να εμπλακούν οι ΗΠΑ στον πόλεμο Ισραήλ-Ιράν τερματίζει άδοξα 55 χρόνια παρεμβατικής αμερικανικής επιδιαιτησίας στη Μέση Ανατολή.
Το 1970 ο τότε ΥΠΕΞ των ΗΠΑ Ρότζερς μεσολάβησε και πέτυχε τον τερματισμό του πολέμου φθοράς Ισραήλ-Αιγύπτου στη Διώρυγα του Σουέζ.
Ακολούθησαν η διπλωματία των μικρών βημάτων του Κίσινγκερ το 1973-74, η μεσολάβηση Κάρτερ στο Καμπ Ντέιβιντ το 1978, η πρωτοβουλία του Μπους του πρεσβύτερου για σύγκληση, στα τέλη του 1991, της ειρηνευτικής διάσκεψης της Μαδρίτης και, τέλος, η μεσολάβηση Κλίντον στην περίοδο 1994-2000.
Επί 30 χρόνια οι Ηνωμένες Πολιτείες, χωρίς να θέσουν σε αμφισβήτηση τη στρατηγική συμμαχία τους με το Ισραήλ, έγιναν αποδεκτές ως μεσολαβητής από όλους τους εμπλεκόμενους στο Μεσανατολικό.
Το 2003 ο Μπους ο νεότερος εγκατέλειψε πρώτος τη διαμεσολάβηση και με πρώτο βήμα την εισβολή στο Ιράκ προώθησε το όραμα της «νέας Μέσης Ανατολής».
Οι εξεγέρσεις της Αραβικής Ανοιξης έφεραν στο προσκήνιο τους τζιχαντιστές στο Ιράκ και στη Συρία, με τις ΗΠΑ του Ομπάμα να επιχειρούν να προσαρμοστούν στις νέες συνθήκες με πρώτη κίνηση τον διάλογο με το Ιράν.
Στρατηγικά επικίνδυνη για την περιοχή, η εμπλοκή των ΗΠΑ είναι ταυτόχρονα καταστροφική από μιντιακή άποψη.
Ο,τι αρνήθηκαν ο Ομπάμα και ο Μπάιντεν το απέσπασε ο Νετανιάχου από τον Τραμπ.
Με τα παραπάνω δεδομένα οι προσδοκίες για διεθνή συμφωνία για τον έλεγχο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν είναι από χαμηλές έως μηδενικές.
