Από τη στιγμή που ο πρόεδρος Τραμπ άναψε το πράσινο φως για την επίθεση του Ισραήλ εναντίον του Ιράν ήταν θέμα χρόνου να εμπλακούν οι ΗΠΑ. Ηταν γνωστό ότι το Τελ Αβίβ δεν διέθετε τις διατρητικές βόμβες και τα απαραίτητα βομβαρδιστικά για να επιφέρει αποφασιστικό χτύπημα στο πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης. Τα αποτελέσματα δεν ήταν ορατά και η σύγκρουση θα συνεχιζόταν σε βάθος χρόνου. Καμία κυβέρνηση στην Ουάσινγκτον, δημοκρατική ή ρεπουμπλικανική, δεν θα άφηνε το Ισραήλ να συνεχίσει μόνο του έναν πόλεμο με αβέβαιο αποτέλεσμα, δεχόμενο συνεχή χτυπήματα στο Τελ Αβίβ και στη Χάιφα. Με αυτήν την έννοια, ο Νετανιάχου φαίνεται ότι παρέσυρε τον Τραμπ σε μια παγίδα τακτικής.
Η διαδοχή των γεγονότων δείχνει ότι ο Τραμπ μάλλον ήθελε να πέσει στην παγίδα αυτή. Αλλιώς δεν θα έθετε τελεσίγραφο στην Τεχεράνη ζητώντας απεμπόληση του δικαιώματος εμπλουτισμού ουρανίου, δηλαδή πλήρη συνθηκολόγηση. Οταν η υπερδύναμη θέτει τελεσίγραφο σε μια χώρα, τότε εννέα στις δέκα φορές η υπερδύναμη είναι αναγκασμένη να επιτεθεί σε περίπτωση απόρριψης του τελεσιγράφου. Σε διαφορετική περίπτωση, η ηγεμονία της τραυματίζεται σοβαρά.
Η τακτική του Τραμπ έχει όλα τα χαρακτηριστικά του δόγματος της «απρόβλεπτης συμπεριφοράς», σύμφωνα με το οποίο δεν πρέπει ποτέ να αφήνεις κανέναν να γνωρίζει τι θα κάνεις. Το δόγμα αυτό αυξάνει την αβεβαιότητα. Η ιδέα είναι ότι δημιουργείς ανησυχία και εκνευρισμό στους αντιπάλους σου κάνοντάς τους να αισθάνονται αβέβαιοι για τις επόμενες κινήσεις, επιτρέποντάς σου να εκμεταλλευτείς το πλεονέκτημα, ενώ εκείνοι δεν έχουν ιδέα τι να κάνουν. Μόνο που στη Μέση Ανατολή η στάση αυτή θεωρείται χειρότερη και από εχθρική. Στο παζάρι η διαπραγμάτευση μπορεί να περιλάβει σχεδόν τα πάντα, αλλά έχει κανόνες.
Ο πόλεμος δεν τελείωσε. Για τις διευθύνουσες ισραηλινές ελίτ ο τελικός στόχος του πολέμου δεν είναι η πλήρης εξουδετέρωση του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν, αλλά η αλλαγή πολιτικού συστήματος στο Ιράν, δηλαδή η κατάρρευση της ισλαμικής δημοκρατίας. Εδώ και μερικές εβδομάδες δεξαμενές σκέψης που πρόσκεινται στην ισραηλινή Δεξιά επιμένουν ότι η ιρανική απειλή δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί αν δεν γίνει αλλαγή καθεστώτος. Για αυτήν τη γραμμή σκέψης δεν είναι αναγκαία η αντικατάσταση της ισλαμικής δημοκρατίας με ένα άλλο σταθερό πολιτικό σύστημα. Ισως μια μακρόχρονη εσωτερική κρίση και κατάρρευση του κράτους είναι προτιμότερη.
Η επίθεση στο Ιράν έχει κι έναν σημαντικό συστημικό χαρακτήρα. Την τελευταία εικοσαετία αναδύονται περιφερειακές δυνάμεις που έχουν ηγεμονικές αξιώσεις στην περιφέρειά τους και διεκδικούν την αυτονομία τους από τον σκληρό πυρήνα της ιεραρχίας του διεθνούς συστήματος, δηλαδή αυτό που περιγράφεται ως «συλλογική Δύση». Η συστημική αντίδραση έρχεται και με τη μορφή πολεμικής αναμέτρησης, όπως στην περίπτωση του πολέμου στην Ουκρανία και τώρα με το Ιράν.
Οι αμερικανικές επιθέσεις ενδέχεται να ανέβαλαν την πρόοδο του πυρηνικού προγράμματος του Ιράν για αρκετούς μήνες, ίσως και για ένα ή δύο χρόνια, ωστόσο οι μακροπρόθεσμες συνέπειες είναι αδύνατο να εκτιμηθούν πλήρως. Το Ιράν διαθέτει το επιστημονικό προσωπικό και την τεχνογνωσία για να επανεκκινήσει το πρόγραμμα. Φαίνεται πλέον πιο πιθανό να επιταχύνει την εξέλιξη του πυρηνικού του προγράμματος, να αποχωρήσει από τη Συνθήκη για τη μη Εξάπλωση των Πυρηνικών και κατά συνέπεια να μη δέχεται ελέγχους, να δείχνει μικρότερη διάθεση για διαπραγματεύσεις και να είναι πιο πρόθυμο να απαντήσει με ανορθόδοξες μεθόδους σε περιφερειακό επίπεδο.
Οι παράγοντες που έως τώρα συγκρατούσαν την κλιμάκωση –η αμοιβαία αποτροπή, οι διεθνείς κανόνες και το πολιτικό κόστος– βρίσκονται πλέον σε σοβαρή αμφισβήτηση.
* Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πελοποννήσου και επιστημονικός υπεύθυνος του Κέντρου Μεσογειακών, Μεσανατολικών και Ισλαμικών Σπουδών (ΚΕΜΜΙΣ)
