Υπάρχει πολύς θυμός μεταξύ των ανήσυχων και συλλογισμένων πολιτών. Που όσο πάει γίνεται περισσότερος και μεγαλύτερος. Και ο θυμός αυτός είναι πολύ μελαγχολικός. Γιατί δεν προκύπτει, όπως θα ήταν λογικό, από την κυβερνητική πολιτική και δεν στρέφεται, όπως θα ήταν φυσικό, κατά της κυβέρνησης και της συντηρητικής εν γένει παράταξης. Ο πολίτης που ξέρει, αποδέχεται πως αυτή -η κυβέρνηση- κάνει τη δουλειά της υλοποιώντας ασύνετα και ανερυθρίαστα τις οδηγίες της ολιγαρχίας, εφαρμόζοντας με συνέπεια την καθεστωτική πολιτική του νεοφιλελευθερισμού και τακτοποιώντας με παχυλές αποδοχές και προσοδοφόρα προνόμια τους δικούς της ανθρώπους. Το δόγμα της είναι ξεκάθαρο: πολιτικός αμοραλισμός. Που πάει να πει: ας επιβιώσουν οι δυνατοί, οι έχοντες και κατέχοντες∙ και οι άλλοι, οι μη έχοντες και κατέχοντες, ας βολευτούν με τη μοίρα τους κι ας πάνε ζώντας και ψευτοζώντας.
Ο θυμός προκύπτει από τη διασπασμένη και κατακερματισμένη αντιπολίτευση. Και στρέφεται κατά της πεισματικής και στείρας άρνησης -αν όχι αδυναμίας λόγω αγκυλώσεων και συγχύσεων- των διάσπαρτων παρατάξεων της δημοκρατικής αντιπολίτευσης να αρθρώσουν έναν ενιαίο λόγο και να ορθώσουν ένα κοινό ισχυρό φράγμα απέναντι σ’ αυτόν τον κατήφορο της δημόσιας ζωής. Οι πολίτες αγωνιούν και απαιτούν ενότητα των πολιτικών δυνάμεων που -λένε ότι ή πρέπει να- αντιμάχονται αυτή την πολιτική. Και δεν μπορούν να χωνέψουν που κάποιες από εκείνες τις δυνάμεις το μόνο που έχουν κάνει είναι να πάρουν τη θέση του ανθρώπου που βλέπει τα τρένα να περνούν!
Υπάρχει και πολλή απορία. Με το ερώτημα να πλανάται: δηλαδή το κριτήριο της πολιτικής τους στάσης ποιο είναι; Το αναμενόμενο κομματικό -και προσωπικό ενδεχομένως- κέρδος από τη φθορά του κυβερνώντος κόμματος και τη δική τους σειρά να αναρριχηθούν στις κυβερνητικές θέσεις; Ή το πάτημα φρένου σ’ αυτόν τον απίστευτο κατήφορο που έχει παρασύρει τη χώρα μας σ’ ένα οικτρό καθεστώς γελοιότητας και ανυποληψίας;
Το πλέον βέβαιο είναι πως, έτσι όπως έχουν διαμορφωθεί τα πράγματα, καμιά παράταξη δεν πρόκειται να σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση. Κι ούτε θα έπρεπε. Μια γρήγορη και πρόχειρη ματιά στα έργα και τις ημέρες της σημερινής μονοκομματικής κυβέρνησης είναι αρκετή για να αποκαλύψει την κωμικοτραγική πλευρά του πολιτικού μας βίου και την απόλυτη καταβαράθρωση του δημόσιου λόγου. Και δεν ξέρουμε τι άλλες εκπλήξεις μας επιφυλάσσει για το μέλλον.
Οπότε τι άλλο απομένει πλέον παρά ένα δημοκρατικό κυβερνητικό σχήμα που θα αποτρέπει τη νομή της εξουσίας από μια ομάδα βολεμένων, οι οποίοι συμπεριφέρονται σαν τους πολιτευτές του παλιού καιρού και σαλτάρουν πάνω στον εθνικό πλούτο σαν να πρόκειται για προσωπική τους περιουσία που αποκτήθηκε κληρονομικώ δικαίω; Τόσο, λοιπόν, δύσκολο είναι να συλλάβουν αυτή την αναγκαιότητα και αυτό το λαϊκό αίτημα οι πολιτικοί αρχηγοί των δημοκρατικών παρατάξεων;
Το δραματικό είναι πως, όσο μένει κλειστός αυτός ο δρόμος, τόσο βαθαίνουν περισσότερο ο θυμός και η θλίψη. Και παίρνει, μέσα σ’ αυτό το πείσμα, τη μορφή καταιγίδας η άγονη διαμάχη που κατ’ ανάγκη προκύπτει μαζί με τη διάσπαση και ανασύρει έναν εμφύλιο μεταξύ ανθρώπων που πορεύτηκαν χρόνια μαζί πάνω στην κοινή επιθυμία της ενότητας των δημοκρατικών δυνάμεων και της απελευθέρωσης της κοινωνίας από την εκμετάλλευση και την καταπίεση που φέρνει από τη φύση του ο καπιταλισμός. Προκύπτει ταυτόχρονα και η υποχώρηση του πολιτισμού που οικοδομήσαμε με πολλή μελέτη και πολύ χρόνο αγρύπνιας αναζητώντας τους δρόμους της αλληλεγγύης, της ατομικής ευθύνης και της συλλογικής πάλης. Και πάνω στα ερείπια αυτής της κουλτούρας στήνει τις πολεμίστρες της η βαρβαρότητα που ευτελίζει ένα υπέροχο παρελθόν κοινών και ωραίων αγώνων.
Τα περιθώρια στενεύουν. Ο χρόνος δεν είναι πάντα σύμμαχός μας. Και το δίλημμα γίνεται τραγικό: ή τώρα ή ποτέ. Αύριο θα είναι αργά. Παραμονεύουν οι εχθροί της δημοκρατίας και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Και τρίβουν τα χέρια τους μειδιώντας οι ολιγάρχες και τα στηρίγματά τους μέσα σ’ ένα θέατρο διαιρέσεων, όπου βασιλεύει και μακροημερεύει η pax capitalism. Είναι καιρός να πέσει η αυλαία του θεάτρου αυτού.
Θα περίμενε κανείς μια βαθύτερη περισυλλογή και μια εσωτερική και δημιουργική σιωπή από εκείνους που στη ζωή τους έχουν θέσει πάνω απ’ όλους κι απ’ όλα την κοινωνική απελευθέρωση. Δεν είναι στην κουλτούρα της Αριστεράς ο ρεβανσισμός και η μνησικακία. Είναι λυπηρή πράξη η διάσπαση και οι χωριστοί δρόμοι. Μα είναι πιο λυπηρή η απομάκρυνση από τον κύριο και αμετακίνητο στόχο των προοδευτικών δυνάμεων: κοινός αντίπαλος είναι ο καπιταλισμός και η κυβέρνηση που τον υπηρετεί. Και το ζήτημα δεν είναι να σηκώνουμε μεταξύ μας αναχώματα και χαρακώματα. Το ζήτημα είναι να γκρεμίζουμε τα αναχώματα και να παλεύουμε μέσα από τα κοινά χαρακώματα για να αφήσουμε να κυλήσει ελεύθερο το ορμητικό ποτάμι της οργής, της αμφισβήτησης και της ανατροπής.
*Φιλόλογος, συγγραφέας
-980x552.jpg)