ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάκης Λάγιος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Πιάσαμε πάτο». Πολλές φορές έχουμε ακούσει αυτή τη φράση. Ομως πάντα με κατάπληξη βλέπαμε ότι ο πάτος είχε κι άλλο πάτο και ο άλλος τον δικό του και πάμε λέγοντας. Πάντοτε, όποτε γινόταν κάτι και πηγαίναμε λίγο μπροστά, αμέσως μετά πάλι πίσω και πιο κάτω. Παρά ταύτα η δική μου διαπίστωση που τείνει προς τη βεβαιότητα είναι ότι, παρά τα αφηγήματα όλων των πλευρών που επηρεάζουν το πολιτικό σκηνικό της χώρας μας, παρά τις δηλώσεις των κυβερνητικών παραγόντων περί του αντιθέτου, επιτέλους! πιάσαμε τον πάτο του έσχατου πάτου. Και λέω επιτέλους, όχι γιατί αισθάνομαι την ικανοποίηση του προφήτη που βλέπει με χαιρεκακία τις προβλέψεις του να επαληθεύονται, αλλά γιατί ο έσχατος πάτος μπορεί μεν να είναι η χειρότερη πνευματική (για κάποιους και κοινωνική) φυλακή, όμως σου παρέχει την ώς έναν βαθμό λυτρωτική σιγουριά ότι δεν μπορεί να υπάρξει τίποτα χειρότερο· και αν θέλετε ότι, πάλι επιτέλους, πετύχαμε την «ισότητα», όχι βεβαίως σε ένα ανώτερο επίπεδο αλλά στο χαμηλότερο όλων. Στο επίπεδο του πάτου.

Στον πάτο όλοι είναι ίσοι, όπως οι κόκκοι στο κατακάθι του καφέ, ίσοι κι όμοιοι, αλλά και άχρηστοι αφού είναι τελικά ό,τι έχει απομείνει σ’ ένα «πουκάμισο αδειανό». Κανείς πλέον δεν μπορεί να αισθάνεται ξεχωριστός, ευτυχής, ασφαλής, ελεύθερος, χρήσιμος κι αισιόδοξος, εκτός βεβαίως από τους αναίσθητους, τους φιλοτομαριστές, τους κατέχοντες θωρακισμένο αυτοκίνητο και τους οπαδούς του αμοραλιστικού carpe diem και της οικονομίας της καταστροφής· τους «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξουμε».

Η επίσημη πλέον κατάταξη της χώρας μας στον πάτο των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία ως συλλογική οντότητα καταβάλλει και αυτή εργώδεις προσπάθειες να μας ανταγωνιστεί, η αφασία που χαρακτηρίζει την πλειονότητα των πολιτών, η καταφανής ανικανότητα των πολιτικών προσώπων, η απόλυτη μη παραγωγικότητα, σε συνδυασμό με ένα εφιαλτικό, αλλοπρόσαλλο και τείνον προς τον φασισμό και εν συνεχεία στον αφανισμό διεθνές περιβάλλον, πιστεύω ότι μας υποχρεώνουν πλέον να συμφωνήσουμε ότι δεν πάει πιο κάτω. Ολες μα όλες οι πανανθρώπινες αξίες έχουν καταρρεύσει, ενώ την ίδια στιγμή οι ηγέτες των τριών μεγαλύτερων πρώην αποικιοκρατικών δυνάμεων χαζογελάνε και αλληλοσυγχαίρονται για τις γκάφες τους αγνοώντας τις καταστροφικές συνέπειες που αυτές προοιωνίζονται.

Μία άλλη απόδειξη ότι η χώρα μας ακουμπάει στον έσχατο πάτο είναι ότι δεν υπάρχει εναλλακτική λύση, όχι μόνο λύση που να προέρχεται από τον αντιπολιτευτικό χώρο, αλλά και από τον χώρο της διανόησης, της τέχνης, του πολιτισμού γενικά. Η μετριότητα των προσώπων, η μεταμοντέρνα βαλκανικής κοπής έκφραση του λόγου, είτε πολιτικός είναι αυτός είτε καλλιτεχνικός, η σε βαθμό υποκριτικής σκοπιμότητας περιστασιακή εκμετάλλευση της επικοινωνίας, η αδυναμία σύνθεσης, για να μην πω μιας επαναστατικής και καταστώ περίγελως όλων, έστω κάποιας ρηξικέλευθης πρότασης που να έχει ουσιαστικό χαρακτήρα, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές. Με λίγα λόγια, έσχατος πάτος σημαίνει να μην υπάρχει ορατή καμία πραγματική λύση· όταν αισθάνεσαι σαν μια άγκυρα που ξάπλωσε βαριά στον βυθό και κάποιος έκοψε την καδένα της.

Σε κάθε περίπτωση όμως θα πρέπει να σταθούμε με περίσκεψη και κατανόηση απέναντι σε αυτό το γεγονός, σε αυτήν την κορύφωση της πολιτισμικής κενότητας αναζητώντας παρηγοριά στα λόγια του Μάρκου Αυρήλιου: «Κενοσπουδία για πομπές, δράματα πάνω στη σκηνή, κοπάδια και συναγελάσματα, λογχίσματα σε κορμιά, κοκαλάκια σε σκυλάκια, μπουκιές σε δεξαμενές ψαριών, ταλαιπωρίες φορτωμένων μυρμηγκιών, ποντικάκια που τρέχουν φοβισμένα, νευρόσπαστα που χειρονομούν. Πρέπει λοιπόν να στέκεσαι απέναντι σε αυτά με ευμένεια και χωρίς αλαζονεία, να προσέχεις όμως πως ο καθένας αξίζει τόσο, όσο τα πράγματα που τον απασχολούν» (από τo «Εις εαυτόν» σε μετάφραση Γ. Σεφέρη). Και δυστυχώς αυτά που μας απασχολούν είναι «Poor Things», φτωχά πράγματα δηλαδή. Εκεί φτάσαμε λοιπόν; Αυτή είναι η μοίρα μας;

Και ενόσω αυτές οι σκέψεις με βασάνιζαν, απροσδόκητα, ως διά μαγείας, άκουσα ένα τραγούδι· δραματικά συρτό στην αρχή, επικά καθηλωτικό στη συνέχεια και μια φωνή σαν να ξεπήδαγε από το «Καλλίχορον Φρέαρ» της Ελευσίνας, μια ζωντανή και κραταιά φωνή Κόρης που πετάει από το σκοτάδι στο Φως, που επιστρέφει στη Μάνα. Ηταν η «Αστερομάτα», που τραγούδαγε «με ευμένεια και χωρίς αλαζονεία» στη σκηνή όπου εκτίθετο «με κενοσπουδία και πομπές» ο πάτος του σύγχρονου ευρωπαϊκού πνεύματος, ανάμεσα σε «κοπάδια και συναγελάσματα», ανάμεσα σε «νευρόσπαστα που χειρονομούν»· άκουσα μια μελωδία αρχαία αλλά και σύγχρονη, λυπητερή αλλά και ελπιδοφόρα.

Κλαυδία χαίρε! Πάντα οι νότες σου ας είναι μελωδικά καρφιά, κεντρί αφύπνισης ναρκωμένων συνειδήσεων.