Θανάσης Δημάκας
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο τίτλος είναι παραπλανητικός, γιατί ναι μεν τον πιστεύουμε αλλά πιο πολύ μας ενδιαφέρει να εστιάσουμε στο «η ΔΕΘ ως πολιτική κινητοποίηση». Η κίνηση – κινητοποίηση προϋποθέτει αφετηρία και απόληξη/κατάληξη. Ασχέτως το που θα οδηγήσει όλο αυτό, -spolier alert- υποστηρίζουμε πως έχει ξεκινήσει μια όμορφη διαδρομή.[1]

Για την ιστορία

Κύριος στόχος του κειμένου είναι να αναδειχθούν υπό το πρίσμα της πολιτικής θεωρίας και ανάλυσης -αλλά εκτός αυστηρού επιστημονικού πλαισίου- ορισμένα κατά την κρίση μας σημαντικά ζητήματα που ανακύπτουν από την περιβόητη ανάπλαση/μετεγκατάσταση/αξιοποίηση (και πάει λέγοντας) της ΔΕΘ.

Η επιλογή του ουσιαστικού πριν από τη ΔΕΘ ασφαλώς κρύβει πράγματα και ερμηνείες, ενέχει σχεδιασμούς και πολιτικά κίνητρα. Επί του παρόντος αναφέραμε μερικά εξ αυτών με ουδέτερο τόνο απλά για την ιστορία, για την καταγραφή. Για την ιστορία, για την καταγραφή θα αφιερώσουμε το πρώτο μέρος του κείμενου.

Ευκαιρίας δοθείσης να περιγραφούν -σύμφωνα με το δικό μας πρίσμα- ορισμένα στοιχεία
γύρω από την Έκθεση.

Η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης αποτελεί εδώ και δεκαετίες σημείο αναφοράς για την πολιτική ζωή της χώρας και παράλληλα σημαντικό παράγοντα για την οικονομική, εμπορική και πολιτισμική πτυχή της
Θεσσαλονίκης.[2]

Ο Σεπτέμβρης είναι ο μήνας της και γύρω από την ΔΕΘ (όχι μόνο κατά τη διάρκεια της αλλά και πριν και μετά) αξονιζεται η Βόρεια Ελλάδα και όχι μόνο. Θέτουμε κάπως γενικευμένα το πλαίσιο και τη σημασία της αφενός γιατί δεν πρέπει να υποτιμάται αφετέρου γιατί δεν είναι τα παραπάνω αυτά στα οποία εστιάζει το σημείωμα.[3]

Για αρκετές δεκαετίες επίσης υπάρχει η συζήτηση περί μετακίνησης της, αλλαγής χρήσης του χώρου κ.ο.κ. Κατά καιρούς διάφορα σχέδια, προτάσεις και giga πλάνα έχουν παρουσιαστεί με κοινές συνισταμένες τους τα αρκετά θολά/ασαφή σημεία και την έλλειψη πολιτικής βούλησης. Για την ακρίβεια το συγχρονισμό πολιτικής βούλησης σε μίκρο (δήμος, περιφέρεια) – μάκρο (κυβέρνηση) και επιθυμίας των κατοίκων-δημοτών.[4]

Πάνω σε όλα αυτά -και όσα για λόγους χωροταξίας- δεν αναφέρθηκαν ας μας επιτραπούν ορισμένα σχόλια. Εκκινώντας από αυτά, πατώντας στο σήμερα και κοιτάζοντας το αύριο. Υπάρχουν ενστάσεις σε ένα τόσο μεγαλεπήβολο και ριζοσπαστικό σχέδιο όπως αυτό της δημιουργίας μητροπολιτικού πάρκου στο χώρο της ΔΕΘ; Ασφαλώς. Δεν θα γινόταν χωρίς ενστάσεις. Ή και απορίες. Βρίσκουμε πως οι ενστάσεις κινούνται ανάμεσα ή αφορούν δύο παράγοντες: το συναισθηματικό/ιστορικό σκέλος και το φόβο του αγνώστου.

Στην πρώτη κατηγορία θα δώσουμε ένα ενδεικτικό παράδειγμα ανησυχίας που ακούσαμε για το Αλεξάνδρειο. Και μάλιστα το ακούσαμε από μη Αρειανούς. Η απορία -αν είναι εύλογη για αυτούς, σκεφτείτε για τους οπαδούς του Άρη- είχε να κάνει με ένα κλειστό γήπεδο συνυφασμένο με την ιστορία της ομάδας -μέχρι πριν λίγα χρόνια της δεύτερης πιο επιτυχημένης ελληνικής ομάδας στο άθλημα- αλλά και ευρύτερα της μπασκετικής ιστορίας της πόλης. «Κατεδαφίζεται το Αλεξάνδρειο;» θεωρούμε πως είναι λογικό να αναρωτηθούν όλοι εφόσον τα πολλαπλά σχέδια (ανακοινώσεις αλλά και επί χάρτου σχεδιασμοί του χώρου), οι ετερόκλητοι στόχοι (ανάλογα τον πομπό της «ανάπλασης» λ.χ. Κυβέρνηση, δημοτικές αρχές κ.ο.κ.) και το θόλο πλαίσιο τόσων δεκαετιών, δίνουν παραπάνω από μια απαντήσεις.

Στην δεύτερη κατηγορία ενστάσεων/αντιρρήσεων/αποριών μπορεί να ενταθούν όσες έχουν να κάνουν με το μέλλον της έκθεσης. Με το που ποτέ και γιατί μετακινείται; Πως θα λειτουργήσει εκτός κέντρου; Τι αποτελέσματα θα έχει η μετεγκατάσταση τόσο για την ίδια τη δυναμική της όσο και για τις επιχειρήσεις του κέντρου φερ ειπείν; Με απόλυτη βεβαιότητα θεωρούμε πως είναι αδύνατο να απαντήσει κάποιος, κι αυτό γιατί όλα τα παραπάνω δεν εξαρτώνται μόνον από την ίδια την έκθεση αλλά και από αστάθμητους ή τέλος πάντων μη προβλέψιμους παράγοντες όπως πχ το ενδιαφέρον του κοινού για την έκθεση σε βάθος χρόνου, την οικονομική κατάσταση, την τεχνολογική επιτάχυνση κοκ. Τα παραπάνω και άλλα τόσα (που δεν σχετίζονται με το κεντρικό ζήτημα του κειμένου) είναι ανεξάρτητες μεταβλητές που δυσκολεύουν τις απαντήσεις. Αυτό που μένει αμετάβλητο, που είναι πασιφανές και βέβαιο είναι πως το κέντρο της Θεσσαλονίκης δεν έχει περιθώρια για να μην γίνει η ανάπλαση υπό απολύτως οικολογικό περιβαλλοντικοκεντρικο πρίσμα. Στον φόβο του αγνώστου, επομένως, και λαμβάνοντας τα σημερινά δεδομένα και τα αυριανά επίδικα μπορεί να απαντήσει κάποια (ξανά) “μπροστά δεν ξέρω τι θα βρω, μα πίσω δεν γυρνάω”.

Σημείο για το σημείο ή αλλιώς η ΔΕΘ δεν είναι ελληνικό (και τούμπαλιν). Η προοπτική για μητροπολιτικό πάρκο στο Ελληνικό ενείχε πολλούς αστερίσκους: από το αν όντως θα γινόταν από άποψης χαμηλής προσέλευσης ένα ακόμα πάρκο Τρίτση μέχρι το αν μπορούσε να “προσελκύσει” κόσμο έξω και πέρα από τις όμορες περιοχές. Τέτοιοι αστερίσκοι δεν υπάρχουν για το χώρο της ΔΕΘ. Η καρδιά της πόλης είναι προσβάσιμη σε όλους και είναι ήδη προορισμούς για όλους. Το Ελληνικό δεν είναι το ίδιο, είχε χαρακτηριστικά που δυσκολεύουν την πρόσβαση ακόμα και από το κέντρο της Αθήνας, η ΔΕΘ είναι στο κέντρο και είναι προσβάσιμη από όλα τα σημεία του (και ευρύτερα προφανώς).

Το Ελληνικό μπορούσε να συνδεθεί μόνο με το παραλιακό μέτωπο -και αυτό θα ήταν μια υπέρβαση-, η ΔΕΘ μπορεί να δημιουργήσει ένα πράσινο τείχος αν ενωθεί/συνδεθεί/επεκταθεί τόσο προς το νότιο σκέλος (πάρκο Ξαρχάκου/παραλία), όσο και προς βορρά και ανατολικά (ΑΠΘ και δυνητική παραχώρηση στρατιωτικής έκτασης).

Το ερώτημα, λοιπόν, «που πάει η ΔΕΘ;» απαντιέται με το «που αλλού μητροπολιτικό πάρκο αν όχι στη ΔΕΘ;» Ας το επεκτείνουμε, αν και θεωρούμε πως είναι σαφές: χρόνια τώρα προτείνεται η λύση της μετεγκατάστασης δυτικά, εσχάτως στη Σίνδο. Πράγματι είναι μια προοπτική που μπορεί να υλοποιηθεί,
όπως θα μπορούσε να υλοποιηθεί και σε άλλες περιοχές στα δυτικά αλλά εγγύτερα στο κέντρο σε σχέση με τη Σίνδο. Και θα μπορούσε να έχει γίνει ευκολότερα εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά ερχόμενες στο παρόν και το μέλλον, πάλι επεκτείνοντας το: αν φεύγοντας από το κέντρο μπορεί να γίνει δυτικά στο Χ σημείο, τι εμποδίζει (η απάντηση είναι ο ανύπαρκτος σχεδιασμός) να γινόταν ανατολικά πλησίον κάποιου εκ των νέων σταθμών που θα οδηγούν στο αεροδρόμιο.[5]

Τι, όχι; Ή ορθότερα γιατί όχι; Έχουμε απάντηση, όχι αυτή που ήδη αναφέραμε, αλλά παραπλήσια. Αυτά με την ιστορία, ας περάσουμε στο σήμερα και τα κρίσιμα.

Για να γραφτεί ιστορία

Στο κείμενο μας θα επικεντρωθούμε σε δύο «πολιτικά στοιχεία της ΔΕΘ» ή ορθότερα δύο πολιτικές
απολήξεις της διαδικασίας αλλαγής χρήσης/μετεγκατάστασης της έκθεσης. Το ζήτημα της δημιουργίας
στον υπάρχοντα χώρο της έκθεσης Μητροπολιτικού Πάρκου δεν ξεκίνησε τώρα όπως ήδη τονίσαμε και
όπως λίγο πολύ γνωρίζουμε όλοι, υπάρχει στη δημόσια σφαίρα/συζήτηση αρκετά χρόνια αλλά τώρα
-κατά την κρίση μας- βρισκόμαστε στην κορύφωση της.

Γιατί κορύφωση; Γιατί πλέον συζητιέται υπό ένα εντελώς άλλο και κυρίως ριζοσπαστικό πλαίσιο. Αναφερόμαστε στην πρωτοβουλία συλλογής υπογραφών για τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος με θέμα τη δημιουργία Μητροπολιτικού Πάρκου.[6]

Τα δύο πολιτικά στοιχεία που βρίσκουμε εξαιρετικά κρίσιμα σχετίζονται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο με
το σύγχρονο πολιτικό, κοινωνικό και κομματικό πλαίσιο όπως αυτό έχει περιγραφεί -συνδυαστικά- από μελετητές όπως o Crouch, o Mair, o Rosa κ.ά.[7] Αν απαιτούταν να περιγραφεί αυτό το πλαίσιο μονολεκτικά θα επιλέγαμε τον όρο μεταδημοκρατία όπως αυτός παρουσιάστηκε από τον Crouch.

Σε αυτό το πλαίσιο κυριαρχούν φαινόμενα όπως η λαϊκή απόσυρση, η απομαζικοποίηση των κόμματων
-και των πολιτικών οργανώσεων-,[8] η λήψη αποφάσεων από τεχνοκράτες χωρίς γείωση με την κοινωνία,
η απουσία από την πολιτική διαμάχη ουσιαστικών διακυβευμάτων και η εστίαση σε επικοινωνιακά μοτίβα και μόνο κ.ά.[9]

Μία διαδικασία από-τα-κάτω όπως η συγκεκριμένη, δημιουργεί ρωγμή στο υφιστάμενο μεταδημοκρατικό
πλαίσιο. Εν προκειμένω λοιπόν το πρώτο στοιχειό που θεωρούμε εξόχως σημαντικό είναι η έναρξη της
διαδικασίας κινητοποίησης ή/και ενεργοποίησης της τοπικής κοινωνίας. Σε ένα πλαίσιο βάλτωσης τέτοιων διαδικασιών εδώ και αρκετά χρόνια, μια πρωτοβουλία συνθετική και ανοιχτή, αποτελεί κατά την κρίση μας την εξαίρεση στον κανόνα.[10] Ως εκ τούτου, επί της αρχής η πρωτοβουλία για τη διενέργεια
δημοψηφίσματος έρχεται και τέμνει το υπάρχον «μπετοναρισμένο πλαίσιο».

Κατά το ίδιο θεωρητικό πλαίσιο αλλά και με βάση πρόσφατες αναλύσεις -αλλά και έρευνες- επί του
ελληνικού πολιτικού πεδίου παρατηρείται η συρρίκνωση του κοινωνικού ορίζοντα. Πιο συγκεκριμένα η
συρρίκνωση του ορίζοντα προσδοκιών. Με λίγα λόγια, η αίσθηση πως οι πολίτες δεν έχουν να περιμένουν και πολλά, μια αίσθηση πως τα περιθώρια βελτίωσης των συνθηκών ζωής είναι περιορισμένα
αν όχι ανύπαρκτα.[11]

Υπό αυτό το πρίσμα για τη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία δεν υπάρχει κάποιο οραματικο πρόταγμα. Και εδώ εντοπίζουμε το δεύτερο κρίσιμο πολιτικό στοιχείο: η διεκδίκηση για Μητροπολιτικό Πάρκο επαναφέρει στο προσκήνιο μια μεγάλη διεκδίκηση, ένα πρόταγμα με ορίζοντα το μέλλον της πόλης αλλά και της κοινωνίας.
Συνοπτικά, η διεκδίκηση για Μητροπολιτικό Πάρκο -ανεξαρτήτως της έκβασης που θα έχει- με τον τρόπο
και τα μέσα που γίνεται προκαλεί δύο μεγάλες ρωγμές στο σημερινό πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο.[12]

Για το περιβάλλον

Ο παράγοντας περιβάλλον -ή πράσινο- δεν θα μπορούσε να λείπει από το σημείωμα μας καθώς αποτελεί
και το επίδικο της πρωτοβουλίας. Στο τρίτο μέρος του κειμένου θα επιχειρηθεί ένας συγκερασμός της
ιστορίας και της θεωρίας: της πρόσφατης ιστορίας γύρω από περιβαλλοντικά ζητήματα και του
θεωρητικού πλαισίου που ήδη αναφέραμε.

Εδώ και δεκαετίες οι μάχες για πράσινο -οι περιβαλλοντικοί αγώνες ορθότερα- είτε σε αστικό χώρο π.χ
για το Ελληνικό είτε στην περιφέρεια π.χ εναντίωση στο νέο mega αεροδρόμιο στην Κρήτη που θα
γαμήσει -ναι, θα γαμήσει- τη νότια πλευρά του νησιού χάθηκαν. Τα παραδείγματα είναι πολλά παραπάνω:
οι Σκουριές, η εναντίωση για τις εξορύξεις -πάλι στην Κρήτη-, οι κινητοποιήσεις για τα πανταχόθεν
εκκολαπτόμενα αιολικά πάρκα κ.ο.κ. Με το πέρασμα των χρόνων οι ήττες πλεόναζαν. Τι κοινή συνισταμένη είχαν/έχουν όλα τα παραπάνω; Πως η απόφαση για να προχωρήσουν τα έργα ήταν κεντρική πολιτική επιλογή. Ακόμα και η διαχείριση των ΑΠΕ αποτελεί ευθέως κεντρικοπολιτικό ζήτημα, με επιλογή της πολιτείας έχει καταστεί τέτοιο εδώ και αρκετά χρόνια. Το ίδιο συμβαίνει και για τον χώρο της έκθεσης, η διαχείριση του οποίου μπορεί να ακουμπάει την αυτοδιοίκηση αλλά την ξεπερνάει. Το ίδιο (θα) κάνει και η διεκδίκηση υπό τους όρους που γίνεται μιας και θέτει το ζήτημα -όπως τονίσαμε- ως κεντρική πολιτική επιλογή.

Έχει σημασία ότι αν γίνει μητροπολιτικό ή έστω πάρκο η ΔΕΘ δεν θα σταματήσει η κλιματική αλλαγή/
κρίση; Όχι. Έχει σημασία να γίνει μητροπολιτικό ή έστω πάρκο γιατί αυτό είναι το σωστό και ανθρώπινο.
[13]

Αιτιολογώντας το παραπάνω -πέραν των προφανών και χιλιοειπωμένων- θέτουμε και το εξής: σε μια
εποχή που κυριαρχεί η έννοια της επιτάχυνσης (Rosa), το Μητροπολιτικό Πάρκο πάει κόντρα σε αυτήν.
[14]

Με άλλα λόγια, ένα Μητροπολιτικό Πάρκο εν αντιθέσει με μια ακόμα πηγή εσόδων (ορισμένων) και
κατανάλωσης (των πολλών) -γιατί αυτή είναι πάνω κάτω η εναλλακτική-, πρακτικά κομίζει κάτι «άλλο».
Η ανάπτυξη υπέρ λίγων πατάει φρένο, οι ρυθμοί εντός αστικού ιστού πέφτουν, δημιουργείται μια νησίδα
απόκρουσης της ηχορύπανσης κ.λπ., που έχουν ευθέως διαφορετική στόχευση από το μοντέλο
επιτάχυνσης/μεγέθυνσης με τους όσους που έχει ήδη τεθεί σε παγκόσμια ή/και εγχώρια κλίμακα.[15]

Σωστές οι κινήσεις για την Πλατεία Ελευθερίας, απαραίτητες και οι νησίδες πρασίνου μέσω «πάρκων
τσέπης», βασική ανάγκη η αναβάθμιση των υπαρχόντων και η δημιουργία νέων ανοιχτών γηπέδων,
χρήσιμη και η επέκταση με deck στην παλιά παραλία αλλά δεν είναι αρκετά.[16] Όλα τα παραπάνω
οφείλουν τα τεθούν σε πρώτο πλάνο αν θέλουμε να μιλάμε για αναβάθμιση της ποιότητας ζωής και της
αύξησης δημόσιων χώρων, ωστόσο ο αντίκτυπος τους χωρίς το Μητροπολιτικό Πάρκο στο χώρο της
έκθεσης θα είναι μικρής κλίμακας.

Σημείο για το σημείο ή αλλιώς η ΔΕΘ δεν είναι Ελληνικό (και τούμπαλιν). Η προοπτική για Μητροπολιτικό Πάρκο στο Ελληνικό ενείχε πολλούς αστερίσκους: από το αν όντως θα γινόταν από άποψης χαμηλής προσέλευσης ένα ακόμα πάρκο Τρίτση μέχρι το αν μπορούσε να “προσελκύσει” κόσμο έξω και πέρα από τις όμορες περιοχές. Τέτοιοι αστερίσκοι δεν υπάρχουν για το χώρο της ΔΕΘ. Η καρδιά της πόλης είναι προσβάσιμη σε όλους και είναι ήδη προορισμούς για όλους. Το Ελληνικό δεν είναι το ίδιο, είχε χαρακτηριστικά που δυσκολεύουν την πρόσβαση ακόμα και από το κέντρο της Αθήνας, η ΔΕΘ είναι στο κέντρο, είναι το κέντρο και είναι προσβάσιμη από όλα τα σημεία του (και ευρύτερα προφανώς). Το Ελληνικό μπορούσε να συνδεθεί μόνο με το παραλιακό μέτωπο -και αυτό θα ήταν μια υπέρβαση-, η ΔΕΘ μπορεί να δημιουργήσει ένα πράσινο τείχος αν ενωθεί/συνδεθεί/επεκταθεί τόσο προς το νότιο σκέλος (πάρκο Ξαρχάκου/παραλιακό μέτωπο), όσο και προς βορρά και ανατολικά (ΑΠΘ και δυνητική παραχώρηση στρατιωτικής έκτασης). Μπορεί με άλλα λόγια να είναι η αφετηρία μιας ολιστικής αλλαγής του αστικού ιστού της πόλης σε ένα ακόμα μεγαλύτερο πρόταγμα. Κάτι τέτοιο πάντα κόντρα στο πρόταγμα για μαζική ξενοδοχοποίηση, getrifided διασκέδαση και μετατροπή του κέντρου σε λούνα παρκ για ξένους όπως γίνεται στην Αθήνα και άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

Κλείνοντας το τρίτο μέρος του κειμένου, επειδή όσο σημαντικότερο το επίδικο, όσο περισσότερα ισχυρά συμφέροντα κινδυνεύουν, όσο πιο κολλημένος είναι ο κόσμος σε ιδεοληψίες κ.ο.κ, τόσο περισσότερο ρέπει προς τις ανακρίβειες και τις λογικές προπαγάνδας, συνιστούμε προσοχή και σαφήνεια. Δεν απαντάς στα θολά μηνύματα με λογικές ακροβασιες ή μηδενισμός. Ειδικότερα για ένα ζήτημα όπως αυτό του Μητροπολιτικού Πάρκου σημαντικό είναι να προστατευθεί ένα «υψηλό πρόταγμα» που συνθέτει το φαντασιακό με την realpolitik (την άσκηση πολιτικής επί του πραγματικού) από λογικές πολιτευτών άλλων δεκαετιών ή περιθωριακών χώρων.

Εν κατακλείδι, συνθέτοντας τους υποτίτλους του κειμένου: για να γραφτεί ιστορία για το περιβάλλον αξίζει να υπάρξει και επί του παρόντος και ολιστικά-μελλοντικά η διεκδίκηση με τους όρους, τον τρόπο και το ρεπερτόριο πολιτικής δράσης που δίνεται για το Μητροπολιτικό Πάρκο. Με το πέρασμα των χρόνων οι ήττες πλεόναζαν, ας πιστέψουμε σε κάποια νίκη.

[1]Επιλέγουμε να ντυθεί η ΔΕΘ με το Μητροπολιτικό Πάρκο στον τίτλο αν και πρακτικά όντως αναφερόμαστε στον υπάρχοντα και ορισμένο χώρο της ΔΕΘ, δείχνοντας όμως έτσι ρητά το ”πνεύμα” που διακατέχει το κείμενο από την αρχή.

[2]Τα παραπάνω θεωρούμε πως είνια καθολικά αποδεκτά, αν και εσχάτως υπάρχει μια μικρής εμβέλειας -ευτυχώς- προσπάθειας υποτίμησης τους. Μικροπολιτικές λογικές και πρακτικές κατά την κρίση μας ταιριάζουν σε προσπάθειες κλειστότητας/ περιχαράκωσης, όχι σε κάτι -όπως η δημιουργία του Μητροπολιτικού Πάρκου- είναι πάνδημο και συνθετικό αίτημα.

[3]Το ότι δεν θα επεκταθούμε περαιτέρω στα ως άνω -τονίζουμε ξανά- δεν σημαίνει οτι δεν είναι σημαντικά στοιχεία, απλώς αφενός τα θεωρούμε δεδομένα αφετέρου δεν εντάσσονται στα κύρια στοιχεία που θέλουμε να αναδείξει το κείμενο.

[4]Θα μπορούσε κάποιος να προσθέσεις αντικειμενικούς παράγοντες όπως η οικονομική κρίση, η πανδημία, η έλλειψη μαζικών κοινωνικών διεκδικήσεων κ.ά στους λόγους που δεν «έτρεξε το ζήτημα της ΔΕΘ» τον 21ο αιώνα.

[5]Τα αντιπαράδειγματα δίνονται για να τονιστεί ο «φαύλος κύκλος» των επιχειρημάτων που ακούγονται τόσα χρόνια σχεδόν από όλους τους πομπούς.

[6]Για πληροφορίες και υπογραφές: https://parkodeth.gr/

[7]Αναφερόμαστε σε στοιχεία από τις αναλύσεις τους χωρίς να υποστηρίζουμε πως «πιστεύουν τα ίδια πράγματα». Ωστόσο, όπως θα προσπαθήσουμε να καταδείξουμε ψηφίδες των αναλύσεων τους εφάπτονται και συνομιλούν, καθώς σκιαγραφούν από άλλη αφετηρία την απτή πραγματικότητα.

[8]Η συνθήκη των κομμών-καρτέλ όπως αναλύθηκε κατά βάση από τον Mair αφορά λιγότερο από τα άλλα το συγκεκριμένο επίδικο αλλά πρέπει να ληφθεί υπόψιν στην περιγραφή του όλου κοινωνικοπολιτικού πλαισίου.

[9]Αναφέρουμε ορισμένα βασικά στοιχεία των συνεισφορών των μελετητών και μόνον, θεωρώντας ωστόσο πως είναι τασυγκεκριμένα είναι βιωμένα επί μακρόν στην Ελλάδα. Άλλωστε -εκτός της εκλογικής ή/και κινηματικής πραγματικότητας που βιώνουμε (π.χ αύξηση αποχής, απομαζικοποίησης κομμάτων-έλλειψη οργανωτικής βάσης κ.ο.κ) υπάρχουν και σωρεία μελετών που τα αποδεικνύουν.

[10]Πέραν της σχήματος της Πόλης Ανάποδα στην κινητοποίηση συμμετέχουν και συλλογικότητες της πολιτικής οικολογίας, του προοδευτικού χώρου και της ευρύτερης αριστεράς.

[11]Η ηττοπαθής αυτή αίσθηση -τουλάχιστον για τον ελλαδικό χώρο- έρχεται από μακριά, δηλαδή αποτελεί κατάλοιπο της κρίσης. Σίγουρα μπορεί να έχει επικαιροποιηθεί από συνθήκες όπως η πανδημία, οι συνθήκες διαβίωσης, η στεγαστική κρίση κ.ά., ωστόσο η έναρξη της εντοπίζεται δέκα και χρόνια πίσω. Έχει ριζώσει επομένως.

[12]Κάτι τόσο σημαντικό δεν πρέπει -και δεν μπορεί- να υποτιμηθεί.

[13]Εδώ η διάκριση ανάμεσα σε μητροπολιτικό και απλό πάρκο γίνεται με βάση ποιοτικά (χαρακτήρας πάρκου) και ποσοτικά (μέγεθος χώρου, αριθμός δένδρων κ.ο.κ.). Καθώς φαίνεται και οι δύο επιλογές βρίσκονται στο τραπέζι. Είναι σαφές και τι επιλέγουν οι διάφορες εμπλεκόμενες πλευρές.

[14]Ο Rosa στο έργο του Επιτάχυνση και Αλλοτρίωση (εκδ. Πλήθος) περιγράφει την αλλοίωση του χρονικού πλαισίου και τις επιπτώσεις που αυτή έχει τόσο στα άτομα όσο και στις κοινότητες/κοινωνίες. Άγχος, εργασιακή και κοινωνική πίεση, καταναλωτισμός κ.ά είναι απόρροιες του σύγχρονου πλαισίου διαβίωσης που έχει -συνειδητά και οργανωμένα-
διαμορφωθεί.

[15]Αναφέρθηκαν ήδη αρκετά παραδείγματα προηγουμένως.

[16]Γιατί να μην διεκδικηθούν να πρασινίσουν και αδόμητα/παρατημένα οικόπεδα όπως π.χ Ιασωνίδου και Ευριπίδου, Αγίου Δημητρίου και Αποστόλου Παύλου (διαγώνια τουρκικού προξενείου), Στέφανου Δραγούμη ανάμεσα σε Κασσάνδρου και Ολυμπιάδος κ.ά.