Δύο κοινά που έχουν οι αντιδράσεις για την έκθεση στην Πινακοθήκη και το έργο του Μανόλη Τζομπανάκη στην Αριστοτέλους είναι η επιλογή του δημόσιου χώρου ως τόπου έκφρασης και η διάθεση δημόσιου χρήματος.
Για την αντιμετώπιση τέτοιων ζητημάτων ως κοινωνία έχουμε τρεις επιλογές:
(α) Λογοκρισία στον δημόσιο χώρο ώστε να μη θίγεται κανείς και ελευθερία έκφρασης στον ιδιωτικό χώρο.
(β) Διάλογος στη δημόσια σφαίρα μεταξύ των κοινωνικών ομάδων με στόχο τη διαμόρφωση της κοινής γνώμης, της κυβέρνησης και άλλων θεσμών.
(γ) Επιβολή αξιών σε δημοτικό και ιδιωτικό χώρο π.χ. ποινικοποίηση της βλασφημίας.
Στον δημόσιο διάλογο η θέση (α) αποτελεί το κοινό αίτημα κάποιων κοινωνικών ομάδων που εμφανίζονται ως αντίπαλοι. Παρά τη διαφορά οπτικής, η ουσία του αιτήματός τους ανάγει σε ύψιστη αξία τον αλληλοσεβασμό των κοινωνικών ομάδων και αποκλείει από τον δημόσιο χώρο οποιαδήποτε έκφραση δύναται να τις θίξει.
Εκτός από τους πολίτες των οποίων οι ηθικές ή αισθητικές αξίες θίγονται, την ίδια θέση εκφράζουν και οι υπέρμαχοι της ελευθερίας έκφρασης που θεωρούν την επιλογή της Εθνικής Πινακοθήκης προκλητική. Οτι δεν έπρεπε να επιλεγεί ένας χώρος που αποτελεί κομμάτι της δημόσιας σφαίρας, αλλά ένας ιδιωτικός χώρος τέχνης.
Η ίδια θέση εκφράζεται από υπέρμαχους της ελευθερίας έκφρασης με το επιχείρημα της δυνατότητας επιλογής μη έκθεσης «αν δεν σ’ αρέσει, έχεις την επιλογή να μην το δεις». Την επιλογή να μην καταναλώσεις. Εκτός του ότι δεν έχει εφαρμογή για ένα έργο σε μια πλατεία, η Εθνική Πινακοθήκη οφείλει να αποτελεί μέρος αυτού ακριβώς του δημόσιου διαλόγου.
Την ίδια θέση ενστερνίζονται αυτοί που πιστεύουν ότι λόγω της τοξικότητας μεγάλου μέρους του δημόσιου λόγου τέτοια θέματα δεν πρέπει καν να τίθενται. Αφού προϋπάρχει κοινωνική πόλωση, οφείλουμε να επιλέξουμε τη σιωπή στη δημόσια σφαίρα, δηλαδή την αποκλειστική συζήτηση μεταξύ ομοϊδεατών σε θαλάμους και φούσκες.
Η θέση (α) βασίζεται στο ότι οι πολίτες μιας κοινωνίας δεν συμφωνούν μεταξύ τους για το τι είναι ωραίο, προσβλητικό, αστείο ή τέχνη. Με βάση αυτό το δεδομένο κρίνεται αδύνατο να διατεθούν δημόσια χρήματα ή ακόμα και να εγκριθούν δωρεάν δράσεις στον δημόσιο χώρο. Αφού ίσως δυσαρεστήσουμε κάποιους, πρέπει να αποφύγουμε οτιδήποτε ενδέχεται να μην έχει καθολική αποδοχή.
Ο δημόσιος χώρος μετατρέπεται σε έναν πλήρως αποστειρωμένο χώρο διέλευσης. Η ελευθερία της έκφρασης περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα. Στη βάση του δικαιώματος του πολίτη ως καταναλωτή να έχει τον απόλυτο έλεγχο στο τι καταναλώνει και τι όχι και στο πού πάνε τα χρήματά του. Ο παραγωγός της έκφρασης υποτάσσεται στα κριτήρια της αγοράς: μπορείς να εκφράσεις ό,τι θέλεις, αρκεί (α) να υπάρχει κάποιος να το χρηματοδοτήσει και να το καταναλώσει και (β) να μην το καταναλώσει, έστω και δωρεάν, αυτός που δεν το επιθυμεί. Διαδηλώστε εκεί που θέλουν να σας ακούνε.
Σαν δύο αδελφάκια που μαλώνουν για το τι θα δουν στην τηλεόραση, το σύστημα, αντί να κλείσει την τηλεόραση όπως έκαναν οι γονείς αυτών που γεννήθηκαν πριν από το ’90, μπορεί πλέον να προσφέρει μια τηλεόραση στο κάθε παιδί για να βλέπει ό,τι θέλει στο δωμάτιό του. Ετσι η κοινωνία χωρίζεται σε πελατειακές ομάδες, η κάθε μία στη φούσκα ή στον θάλαμο που επιλέγει, χωρίς καμία επικοινωνία μεταξύ τους. Το εθνικιστικό παιδί, αν και προσωρινά ευχαριστημένο γιατί δεν βλέπει τις βλακείες του αδελφού του, έχει χάσει. Για να μιλάμε για έθνος πρέπει να μιλάμε για δημόσιο χώρο. Αλλιώς το έθνος γίνεται μια ιδιωτική καταναλωτική εμπειρία.
Αποδεχόμενοι τις βασικές αρχές του νεοφιλελευθερισμού όμως δεν μιλάμε πια απλώς για τέχνη, ηθική, έθνος, αλλά και για υγεία, παιδεία.
Σε μια κοινωνία που υπάρχει διαφωνία για το τι συνιστά δημόσιο συμφέρον και αγαθό, αυτά καθίστανται αδύνατο να οριστούν και άρα να υπάρξουν. Είναι πιο δημοκρατικό να ικανοποιούνται οι επιθυμίες στην ελεύθερη αγορά αποφεύγοντας τη «δικτατορία του δημόσιου συμφέροντος». Δεν θέλω να παρακολουθεί το παιδί μου Θρησκευτικά, να κάνει προσευχή στο σχολείο, να μου επιβάλλεται να το εμβολιάζω για την ιλαρά. Δεν θέλω να φορολογούμαι για τους ιερείς. Δεν θέλω να πληρώνω για τον κίνδυνο κλιματικής αλλαγής. Ζω υγιεινά και δεν θέλω να πληρώνω τα υγειονομικά έξοδα του καπνιστή. Δεν θέλω να φορολογούμαι για μουσεία ή πολιτιστικούς χώρους γιατί δεν τα επισκέπτομαι. Διαφωνώ με την παρέλαση στις εθνικές εορτές. Η ίδια η κοινωνία μετατρέπεται σε μια κενή αναχρονιστική έννοια, αφού μπορεί να μειωθεί στις καταναλωτικές προτιμήσεις των ατόμων που την αποτελούν.
* Κοινωνικός ανθρωπολόγος
