Στο πρόσφατο άρθρο του «Η κακία ως πολιτική συμπεριφορά»* ο Χ. Λάσκος θίγει τις ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ για το δυστύχημα των Τεμπών και αποδέχεται την «αιτιώδη συνάφεια της μη εφαρμογής της σύμβασης 717 [για την τηλεδιοίκηση], έστω και από αμέλεια, και του εγκληματικού αποτελέσματος» σύμφωνα με ανώτατη δικαστική πηγή και καταλήγει ότι «μάλλον, έχει επίσης αιτιώδη συνάφεια με το εγκληματικό αποτέλεσμα» η μείωση προσωπικού, «αποτέλεσμα των μνημονικών… προαπαιτουμένων», παραθέτοντας αριθμούς τού σήμερα και όχι της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ.
Στα τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛΛ., ολοκληρώθηκαν -έπειτα από καθυστερήσεις- η διπλή γραμμή και η ηλεκτροδότηση και, κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, υπήρξε ασφαλής διαχείριση της κυκλοφορίας με τη συμβολή του προσωπικού. Αντίθετα στα τέσσερα χρόνια διακυβέρνησης της Ν.Δ. η συσσώρευση επιλογών και λαθών κατέληξε δυστυχώς στην τραγωδία των Τεμπών.
Θα πρέπει όμως να εξεταστούν και οι πολιτικές ευθύνες των κομμάτων, των συνδικαλιστικών οργανώσεων και των ενεργών πολιτών, αν και πολύ μικρότερες από αυτές των κυβερνώντων: το πώς ιεράρχησαν τις διεκδικήσεις και (δεν) έκαναν ενέργειες πλατιών συσπειρώσεων, το γιατί, παρά τις προειδοποιήσεις των σιδηροδρομικών, δεν αναπτύχθηκε ένα πλατύ κίνημα που θα έφερνε αλλαγή στην ασφάλεια των σιδηροδρόμων. Το ίδιο ισχύει σε πιο μεγάλο βαθμό για την υγεία. Το ίδιο το κίνημα των Τεμπών καταρρίπτει τις εύκολες θεωρίες περί καναπέ και κυριαρχίας των καθεστωτικών ΜΜΕ και δείχνει την ανικανότητα των σχηματισμών, ιδιαίτερα των αριστερών, να πείθουν και να κινητοποιούν τους πολίτες, ιδιαίτερα τους εργαζόμενους.
Σε άλλο σημείο ο Λάσκος γράφει: «Δεν αναλαμβάνεις (ως Αριστερά τη διακυβέρνηση /σημ. Ρ.Θ.), αν δεν μπορείς να ανταποκριθείς σε στοιχειώδεις υποχρεώσεις απέναντι στο κοινωνικό σύνολο… Αφορά, κατ’ εξοχήν, την αριστερή στρατηγική». Αξίζει μια λογική ανάλυση αυτή η θέση. Τα αριστερά κόμματα που συμμετέχουν στις εκλογές, ανεξάρτητα από το πώς ερμηνεύουν τη συμμετοχή τους στο Κοινοβούλιο, επιδιώκουν την εκπροσώπησή τους. Η θέση ότι συμμετέχουμε, αλλά θα αναλάβουμε κυβερνητικές ευθύνες όταν οι συσχετισμοί είναι ευνοϊκοί για μας θα τα οδηγούσε σε πολιτική ακύρωση.
Το να θεωρούμε ότι θα υπάρξουν ευνοϊκές συνθήκες για την Αριστερά ώστε να αναλάβει στο μέλλον τη διακυβέρνηση ιστορικά φαίνεται ουτοπικό. Οι κοινωνικές ρήξεις και οι επαναστάσεις γίνονται σε φάσεις κρίσης, όταν οι κοινωνικές δυνάμεις -και πρώτα η εργατική τάξη- κατανοούν ότι πρέπει να αναζητήσουν απαντήσεις έξω από το συντηρητικό πλαίσιο. Στις κρίσεις οι συσχετισμοί είναι οριακοί, οι αντιπαλότητες μεγάλες, οι περιορισμοί ασφυκτικοί. Τότε είναι που θα κριθεί κατά πόσο η Αριστερά θα είναι ικανή να ανταποκριθεί σε έναν ρόλο σύνθετο: να είναι κυβερνώσα και παράλληλα, μέσα από αυτόνομα κινήματα, να αντιπολιτεύεται το σύστημα και τους συμβιβασμούς.
*«Εφ.Συν.», 21/3/25: https://demo.efsyn.gr/stiles/apopseis/466783_i-kakia-os-politiki-symperifora
