«Κάθε έθνος έχει τη διακυβέρνηση που του αξίζει». Το απόφθεγμα του Ζοζέφ ντε Μεστρ, συντηρητικού φιλοσόφου του Διαφωτισμού, δεν ταιριάζει γάντι μόνο στις Ηνωμένες Πολιτείες της εποχής του Τραμπ, αλλά και στην Ελλάδα. Και δεν μιλώ φυσικά για την κυβέρνηση –γι’ αυτό, άλλωστε, θα παρατηρήσουν οι γαλλομαθείς, έπαιξα με τη μετάφραση του «gouvernement». Το γκοβέρνο, που λέγανε οι Ρωμιοί τον καιρό του Ντε Μεστρ, δεν είναι μόνο η εκάστοτε κυβέρνηση της χώρας. Είναι όλο το πολιτειακό σύστημα, ο τρόπος που αποφασίσαμε να κάνουμε τα κουμάντα μας.
Θέμα των ημερών είναι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας: habemus Κώστα Τασούλα. Η αντιπολίτευση και οι οικογένειες των θυμάτων των Τεμπών διαμαρτύρονται. Πριν από την τελευταία αναθεώρηση του Συντάγματος, η αντιπολίτευση θα μπορούσε, ίσως, να είχε προκαλέσει εκλογές (με αμφίβολο όφελος για εκείνη). Η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 διευκόλυνε την εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας, με μικρότερες πλειοψηφίες. Ετσι, έχουμε πια Πρόεδρο της Δημοκρατίας, όλως τυχαίως, τον πολιτικό που εισηγήθηκε τότε την αλλαγή αυτού του άρθρου του Συντάγματος. Και έναν πολιτικό που κατηγορείται από τη Μαρία Καρυστιανού, πρόεδρο του Συλλόγου Συγγενών Θυμάτων της τραγωδίας των Τεμπών, ότι ως πρόεδρος της Βουλής δεν προώθησε σε αυτήν τις σχετικές δικογραφίες.
Ο/Η Πρόεδρος της Δημοκρατίας στην Ελλάδα είναι ένα τιμητικό, σχεδόν διακοσμητικό αξίωμα. Οι εξουσίες του/της είναι τυπικές και περιορισμένες και όποιες εκτελεστικές εξουσίες ασκεί απαιτούν υπουργική συναίνεση. Κι όμως, περιγράφεται από το Σύνταγμα ως «ρυθμιστής του πολιτεύματος». Δίνει εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, συγκαλεί και διαλύει τη Βουλή, εκπροσωπεί τη χώρα διεθνώς, είναι δηλαδή ο καθρέφτης μας στον έξω κόσμο. Ας κοιταχτούμε σε αυτόν τον καθρέφτη. Στη σκιά των Τεμπών και των νεκρών τους γίνεται η δημόσια αυτή συζήτηση. Τι θέλουμε από αυτόν τον θεσμό; Πώς το αποτυπώσαμε αυτό στο Σύνταγμά μας; Προς το τέλος του έτους επίκειται νέα συνταγματική αναθεώρηση. Ισως είναι καιρός να ξαναδούμε το Αρθρο 32 περί εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας.
Με την παλιά εκδοχή του Αρθρου 32 του Συντάγματος, θα απαιτούνταν 200 ψήφοι για να βγει Πρόεδρος της Δημοκρατίας στις πρώτες δύο ψηφοφορίες και 180 στην τρίτη. Αν δεν έβγαινε Πρόεδρος και με την τρίτη, πηγαίναμε σε εκλογές. Ηταν ένα σύστημα που κατακρίθηκε γιατί μπορούσε να οδηγήσει σε αστάθεια, σε πρόωρες εκλογές όταν το ήθελε η αντιπολίτευση και μπορούσε να το πετύχει μπλοκάροντας την εκλογή ΠτΔ (όπως έκανε ο ΣΥΡΙΖΑ το 2014). Ετσι ήρθε η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 και το νέο Αρθρο 32, που ρίχνει τον πήχη σε κάθε ψηφοφορία: από τους 200 στους 180, στους 151 και τέλος σε σχετική πλειοψηφία. Με αυτόν τον τρόπο η εκάστοτε κυβέρνηση εγγυημένα μπορεί να βγάλει Πρόεδρο όποιον/α θέλει, χωρίς συμβιβασμούς και χωρίς πρόωρες εκλογές.
Θέλουμε να αφήνουμε την κυβέρνηση να βάζει πάντα κάποιον «δικό της» στον προεδρικό θώκο και να προχωράμε ή θέλουμε ένα πρόσωπο ευρείας, διακομματικής ή κοινωνικής αποδοχής; Αν θέλουμε το δεύτερο, το τωρινό μας Σύνταγμά δεν δίνει κανένα κίνητρο για αυτό. Οι νομοθέτες μας μελέτησαν διάφορες εναλλακτικές πριν καταλήξουν εκεί που κατέληξαν. Δεν ήθελαν την άμεση εκλογή του ΠτΔ από τον λαό (όπως γίνεται σε Πορτογαλία και Φινλανδία), γιατί φοβούνταν ότι έτσι ισχυροποιείται και κομματικοποιείται ο θεσμός – άλλωστε οι εκλογές κοστίζουν, και για μια θέση τιμητική δεν είμαστε για έξοδα. Συζήτησαν αλλά δεν υιοθέτησαν τη λύση της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Εσθονίας (ένα διευρυμένο εκλεκτορικό σώμα αποτελούμενο από τους βουλευτές και εκπροσώπους των περιφερειών ή της τοπικής αυτοδιοίκησης).
Κρίμα που στέρεψε εκεί η φαντασία τους. Αν θέλαμε πραγματικά τη διακομματική συναίνεση, θα μπορούσαμε να σκαρφιστούμε ευρηματικούς κανόνες, π.χ. να μπορεί να προτείνει υποψηφίους μόνο ο/η αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης· ή να προτείνει υποψηφίους ο πρωθυπουργός, αλλά μόνο μέλη κομμάτων της αντιπολίτευσης· ή να προτείνουν υποψηφίους κοινωνικοί φορείς ή μια ανεξάρτητη αρχή, όπως η Ακαδημία Αθηνών· να είναι μυστική η ψήφος (όπως γίνεται σε άλλες χώρες) και όχι ονομαστική, για να μην επιβάλλεται η κομματική πειθαρχία· και, στην ανάγκη, αν δεν υπάρχει πλειοψηφία μετά από πολλούς γύρους, μια ειδική ρήτρα να μειώνει τους μισθούς των βουλευτών ώσπου να την πετύχουν. Εκεί να δεις τι γρήγορα που επιτυγχάνεται συναίνεση.
Ενας από αυτούς τους κανόνες μπορεί να έβγαζε Πρόεδρο της Δημοκρατίας τη Μαρία Καρυστιανού. Δεν ξέρω αν θα το ήθελε η ίδια. Εμείς οι πολίτες, τα πλήθη στις πορείες για τα Τέμπη, θα τη θέλαμε; Οι θεσμοί έχουν σημασία για το τι είδους πολιτική έχουμε, για τι είδους πολιτεία είμαστε. Ας ξανανοίξει λοιπόν η συζήτηση και για αυτό το άρθρο του Συντάγματος.
*Επίκουρος καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο Πανεπιστήμιο ΙΕ της Ισπανίας και συμπρόεδρος του Βολτ Ελλάδας
