Στη Βουλή ο πρωθυπουργός έδειξε επιμονή στην επωδό του: «τα πάμε καλά• όλα είναι τέλεια• για ό,τι συμβαίνει φταίει κάποιος άλλος ή κάτι άλλο…». Τα άλλα οφείλονται στη νοσηρή φαντασία της αντιπολίτευσης. Η ειρωνεία, ο κομπασμός και η αλαζονεία έδωσαν το μέτρο της δημόσιας πολιτικής. Η κυβέρνηση του κ. Μητσοτάκη αξιώνει από τους πολιτικούς της αντιπάλους να την αντιμετωπίζουν με τα χαρακτηριστικά που η ίδια προσδίδει στον εαυτό της, τη στιγμή που δεν αναγνωρίζει στην αντιπολίτευση την ίδια δυνατότητα. Το αποτέλεσμα είναι αυτό που ξέρουμε. Μια άχρωμη, άνευρη και άλαλη «δημοκρατία», δίχως κοινωνικούς προσανατολισμούς, χωρίς πολιτική κατεύθυνση και, κυρίως, χωρίς καμία κυβερνητική λογοδοσία. Η αντιπολίτευση δεν είναι ακριβώς απούσα. Είναι ωστόσο αδύναμη. Και με αδύναμη αντιπολίτευση η κυβέρνηση κάνει αυτό που νομίζει. Δημιουργεί ένα σπιράλ υποβάθμισης της χώρας. Προβάλλει τη διατεταγμένη υπηρεσία ή αυτό που νομίζει ως πολιτική. Επηρεάζει αυτό που γίνεται αντιληπτό ως πολιτική -με την έννοια του παιδευτικού ρόλου της πολιτικής- και ολοκληρώνει την εδραίωσή της στη διακυβέρνηση μέσω της αναπαραγωγικής δύναμης των κρατικών θεσμών και του δημόσιου ταμείου.
Βέβαια, εκτός από την κυβερνητική αριθμητική υπάρχει μια πιεστική πραγματικότητα η οποία προδιαγράφει ασταθές έδαφος για κάθε διορθωτική πολιτική. Ο καλύτερος πρωθυπουργός είναι ο «κανένας». Ο καλύτερος υπουργός είναι επίσης ο «κανένας» και οι Ελληνες -με βάση τον δείκτη ικανοποίησης (scale of life satisfaction)- συγκαταλέγονται στους τελευταίους ικανοποιημένους από τη ζωή τους σε σχέση με τους περισσότερους κατοίκους των χωρών της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Η υποεκτίμηση της άνισης κατανομής του εισοδήματος αντικατοπτρίζει τις πλούσιες χώρες με τους φτωχούς πολίτες. Η αποτύπωση αυτού του γεγονότος δείχνει και κάτι άλλο: τα παράλληλα σύμπαντα, δηλαδή, τη συνύπαρξη ευκαιριών, δυνατοτήτων και δρόμων πολλών ταχυτήτων από τους οποίους εξ ορισμού είναι αποκλεισμένη η πλειονότητα. Αντίθετα, η πλειονότητα θεωρείται υπεύθυνη για κάθε κακό. Ετσι, οποιαδήποτε πρόταση για μακροπρόθεσμη αναδιάταξη του παραγωγικού μοντέλου της χώρας ή για μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος θεωρείται a priori «δημοσιονομικός εκτροχιασμός». Σε αυτόν τον «καθρέφτη» σπανίως καθρεφτίζονται οι πρωθυπουργοί και υπουργοί και, πάντως, όχι ο πρωθυπουργός και οι υπουργοί του.
Επιπλέον, η εικόνα του πρωθυπουργού στη Βουλή έδειξε και κάτι αρκετά πιο σοβαρό. Την άρνηση να βλέπει τη θέση και την εικόνα της χώρας στο πραγματικό της πλαίσιο: στην Ε.Ε. και στην παγκόσμια οικονομία. Μια μικρή χώρα δεν είναι νησί. Ανεξάρτητα από το ότι οι περισσότεροι Ελληνες είναι αποκλεισμένοι από τα νησιά (εκτός κι αν είναι γκαρσόνια), ο πρωθυπουργός δεν μπορεί να επαίρεται για οποιαδήποτε οικονομική επίδοση όταν δοκιμάζεται το ευρύτερο περιβάλλον στο οποίο λειτουργεί η χώρα. Ακόμα κι αν το επιχείρημά του είναι ότι οι ζημιές από τις φωτιές στην Ελλάδα είναι σχετικά μικρές -και, πάντως, μικρότερες από αυτές των άλλων χωρών, όπως των ΗΠΑ, του Καναδά ή της Ισπανίας- ο πρωθυπουργός δεν εξηγεί τις συνέπειες για τη χώρα από την αύξηση των παγκόσμιων τιμών των βασικών εμπορευμάτων (όπως π.χ. η αύξηση της τιμής του σιταριού για το ψωμί) εξαιτίας των φυσικών καταστροφών στις χώρες αυτές. Ας μη μιλήσουμε για τις τιμές της ενέργειας στις οποίες η Ελλάδα έχει και πάλι θλιβερές πρωτιές, με τους πολίτες να βιώνουν ενεργειακή φτώχεια και τους υπουργούς να επιχειρηματολογούν ότι δεν προχωρούν σε μειώσεις του ΦΠΑ για να μην ευνοήσουν τους πλούσιους.
Η φτώχεια γεννάει φτώχεια και το επιχείρημα της νοσηρής φαντασίας δεν δίνει απαντήσεις. Η νοσηρότητα είναι καθαρά κυβερνητική φαντασία και όχι χαρακτηριστικό της αντιπολίτευσης ή των πολιτών που ανησυχούν. Σε σχέση με τις ανταγωνιστικές οικονομίες του ευρωπαϊκού Νότου (Πορτογαλία, Ισπανία και αμαρτωλή Ιταλία), η Ελλάδα σημειώνει διαχρονικά τις χειρότερες επιδόσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών ως ποσοστό του ονομαστικού ΑΕΠ. Η μείωση του κατά κεφαλήν εισοδήματος στις μετρήσεις του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα δεν είναι «νοσηρή φαντασία», ούτε η έκθεση «Education at a Glance 2024» που λέει ότι η Ελλάδα έχει τις χαμηλότερες δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση. Δεν είναι «νοσηρή φαντασία» της ΕΛΣΤΑΤ ότι το 26,1% του συνολικού πληθυσμού (2.658.400 άτομα) βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού.
Το επιχείρημα της νοσηρής φαντασίας είναι κάτι παραπάνω από ένα χρονικό ισχνών προσπαθειών της κυβέρνησης να δείξει «επιτυχίες» σε επείγοντα συλλογικά προβλήματα, από την αύξουσα κοινωνική ανισότητα μέχρι την κλιματική κρίση. Αυτό σημαίνει ότι, προς το παρόν, η ποιότητα της δημοκρατίας θα εξαρτάται από την κατανόηση των αριθμών και, κυρίως, από το τέλος των κυβερνητικών αφηγήσεων που άλλοτε αμφισβητούν τα υπαρκτά κουσούρια και άλλοτε ωραιοποιούν ανύπαρκτες επιτυχίες.
